Αυτή η
συζήτηση θα πρέπει να
διαχειριστεί δύο
προβλήματα: την
αξιοπιστία και την
ικανότητα. Για σχεδόν 80
χρόνια, η Αμερική
προσφέρει μια πυρηνική
ομπρέλα στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η εκτεταμένη
αποτροπή είναι κάτι
παράξενο και αφύσικο.
Ένα κράτος πρέπει να
υποσχεθεί ότι θα
χρησιμοποιήσει τις
πυρηνικές του δυνάμεις
—και συνεπώς να
διακινδυνεύσει την
πυρηνική καταστροφή— για
λογαριασμό ενός άλλου. Η
δυσκολία της αξιοπιστίας
αυτής της υπόσχεσης
ώθησε την Αμερική να
δημιουργήσει ένα
τεράστιο οπλοστάσιο και
να το διασκορπίσει σε
όλο τον κόσμο. Οι
πυρηνικές δυνάμεις της
Βρετανίας, αν και
περιορισμένες, είναι
επίσης
«προσανατολισμένες» στην
άμυνα του ΝΑΤΟ. Αν και
μόνο ο πρωθυπουργός
μπορεί να εγκρίνει τη
χρήση τους, η σιωπηρή
υπόσχεση είναι ότι θα
χρησιμοποιηθούν για την
υπεράσπιση συμμάχων όπως
η Φινλανδία, η Ρουμανία
ή η Τουρκία.
Η Γαλλία
έχει μια πιο περίπλοκη
σχέση με την εκτεταμένη
αποτροπή. Τη δεκαετία
του 1950, επέλεξε μια
ανεξάρτητη πυρηνική
αποτροπή επειδή πίστευε,
σε μεγαλύτερο βαθμό από
τη Βρετανία, ότι η
αμερικανική ομπρέλα δεν
ήταν αξιόπιστη. Η Γαλλία
δεν συμμετείχε ούτε
συμμετέχει στην Ομάδα
Πυρηνικού Σχεδιασμού (NPG)
του ΝΑΤΟ, ένα φόρουμ
όπου 31 σύμμαχοι
συζητούν θέματα
πυρηνικής πολιτικής. «Η
ιδέα είναι να
διατηρούνται ανοιχτές οι
επιλογές του προέδρου»,
εξηγεί η
Emmanuelle
Maitre
από το Ίδρυμα
Στρατηγικών Ερευνών στο
Παρίσι. «Υπάρχει μια
κάποια απροθυμίας
δέσμευσης… σε οτιδήποτε
θα μπορούσε να
περιορίσει [την]
ελευθερία δράσης [του]».
Ωστόσο,
οι Γάλλοι ηγέτες έχουν
επίσης δηλώσει ότι τα
ζωτικά τους συμφέροντα
έχουν «ευρωπαϊκή
διάσταση». Το 1995, η
Βρετανία και η Γαλλία
συμφώνησαν ότι «τα
ζωτικά συμφέροντα της
μιας δεν θα μπορούσαν να
απειληθούν χωρίς τα
ζωτικά συμφέροντα της
άλλης άλλου να
διακυβεύονται εξίσου»
—μια σιωπηρή επέκταση
του ορίζοντα της
γαλλικής αποτροπής. Η
ίδια γλώσσα
χρησιμοποιήθηκε στη
Συνθήκη του Άαχεν μεταξύ
Γαλλίας και Γερμανίας 24
χρόνια αργότερα. Ακόμα
και ο
Jordan
Bardella,
ο ηγέτης του ακροδεξιού
κόμματος Εθνική
Συσπείρωση, παραδέχθηκε
πρόσφατα ότι τα γαλλικά
πυρηνικά όπλα
«προστατεύουν, εξ’
ορισμού, ορισμένους
γείτονες και ορισμένους
Ευρωπαίους εταίρους».
Το
ερώτημα είναι τι
σημαίνει αυτό στην
πράξη. Το 2022, ο κ.
Macron
δήλωσε ότι «προφανώς»
δεν θα απαντούσε
αναλόγως αν η Ρωσία
χρησιμοποιούσε πυρηνικά
όπλα στην Ουκρανία. Τα
ζωτικά συμφέροντα της
Γαλλίας είναι «σαφώς
καθορισμένα»,
υποστήριξε, προκαλώντας
σύγχυση, και «δεν θα
διακυβεύονταν αν υπήρχε
μια πυρηνική βαλλιστική
επίθεση στην Ουκρανία»—ή
«στην περιοχή», πρόσθεσε
απερίσκεπτα. Αυτή η
φράση φαινόταν να
αποκλείει τους συμμάχους
της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην
Ανατολική Ευρώπη από την
προστασία. Έκτοτε, ο κ.
Macron
έχει υιοθετήσει μια πιο
επιθετική στάση,
αποκαθιστώντας επιτυχώς
τις σχέσεις με τα κράτη
της Ανατολικής Ευρώπης.
Ωστόσο, ακόμα και οι πιο
στενοί σύμμαχοι της
Γαλλίας έχουν τις
αμφιβολίες τους για το
αν οι μελλοντικοί
πρόεδροι θα είναι
πρόθυμοι να ρισκάρουν
έναν πυρηνικό πόλεμο για
να τους υποστηρίξουν.
Οι
Ευρωπαίοι σύμμαχοι τώρα
αναρωτιούνται μέχρι που
είναι διατεθειμένος να
φτάσει ο κ.
Macron.
«Θα ήθελα να ξέρω, πρώτα
απ’ όλα, λεπτομερώς τι
σημαίνει αυτό όσον αφορά
τη δύναμη χρήσης αυτών
των όπλων», δήλωσε στους
δημοσιογράφους ο κ.
Tusk,
υπονοώντας ένα μοντέλο
στο οποίο η Πολωνία θα
είχε κάποια εξουσία
εκτόξευσης. «Αν
επρόκειτο να
αποφασίσουμε γι’ αυτό,
θα άξιζε να βεβαιωθούμε
ότι είναι στα χέρια μας
και ότι αυτοί που
λαμβάνουν τις τελικές
αποφάσεις είμαστε
εμείς».
Αυτό
θυμίζει την προτεινόμενη
Πολυμερή Δύναμη, μια
ιδέα της δεκαετίας του
1950 για μια
πανευρωπαϊκή πυρηνική
δύναμη με κοινή
ιδιοκτησία και
διαχείριση. Η ιδέα ήταν
ότι 25 πλοία θα έφεραν
το καθένα οκτώ πυραύλους
Polaris,
με το πλήρωμα κάθε
πλοίου να προέρχεται από
τουλάχιστον τρεις χώρες
του ΝΑΤΟ. Αργότερα, τη
δεκαετία του 1960, η
Βρετανία πρότεινε μια
Ατλαντική Πυρηνική
Δύναμη που θα έθετε τις
βρετανικές και
αμερικανικές πυρηνικές
δυνάμεις υπό διεθνή
διοίκηση, με εθνικά
δικαιώματα βέτο.
Αυτά τα
σχέδια τελικά
εγκαταλείφθηκαν και
είναι απίθανο να βρουν
υποστήριξη σήμερα. Ο κ.
Macron
φαίνεται να έχει
αποκλείσει οποιαδήποτε
κίνηση φορά συναπόφαση
εκτόξευσης. Η γαλλική
πυρηνική αποτροπή είναι
«κυρίαρχη και γαλλική
από την αρχή μέχρι το
τέλος», τόνισε. Η
απόφαση για τη χρήση
πυρηνικών όπλων «ήταν
ανέκαθεν και θα είναι
αρμοδιότητα του προέδρου
και αρχιστράτηγου της
Γαλλίας».
Πέραν
των άλλων, υπάρχουν και
νομικά εμπόδια. Αν η
Βρετανία ή η Γαλλία
μεταβίβαζαν την
επιμέλεια και τον έλεγχο
των δικών τους πυρηνικών
όπλων, ή αν μη πυρηνικά
κράτη κατασκεύαζαν νέα
όπλα, θα έπρεπε να
αποχωρήσουν από τη
Συνθήκη Μη Διάδοσης
Πυρηνικών Όπλων (NPT)—ή
να την παραβιάσουν.
Ωστόσο,
υπάρχουν κι άλλες
επιλογές. Ο
Peter
Watkins,
πρώην Βρετανός
αξιωματούχος άμυνας που
επέβλεπε την πυρηνική
πολιτική, προτείνει ότι
η Γαλλία θα μπορούσε να
συμμετάσχει στην Ομάδα
Πυρηνικού Σχεδιασμού (NPG)
του ΝΑΤΟ ως παρατηρήτρια
αντί συμμετέχουσα. Μια
πιο δυναμική επιλογή θα
ήταν η Γαλλία να
αποσαφηνίσει δημόσια την
ευρωπαϊκή διάσταση των
συμφερόντων της. Ο
Bruno
Tertrais,
Γάλλος ειδικός στα
πυρηνικά, έχει προτείνει
ότι η Γαλλία θα μπορούσε
απλώς να καταστήσει
σαφές ότι το Άρθρο 42.7
της Συνθήκης της
Λισαβόνας, η ρήτρα
αμοιβαίας άμυνας της ΕΕ,
«θα μπορούσε να ασκηθεί
με οποιοδήποτε μέσο,
συμπεριλαμβανομένων των
πυρηνικών όπλων».
Μια άλλη
επιλογή θα ήταν να
δανειστεί στοιχεία από
την προσέγγιση των
Ηνωμένων Πολιτειών για
την εκτεταμένη αποτροπή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες
έχουν εδώ και καιρό
σταθμεύσει περίπου 180
τακτικές πυρηνικές
βόμβες
B61
στην Ευρώπη. Αυτές
παραμένουν υπό
αμερικανικό έλεγχο.
Ωστόσο, οι αεροπορικές
δυνάμεις του Βελγίου,
της Γερμανίας, της
Ελλάδας, της Ιταλίας,
των Κάτω Χωρών και της
Τουρκίας εξασκούνται στη
μεταφορά και παράδοσή
τους χρησιμοποιώντας
αεροσκάφη διπλής
ικανότητας. Άλλες
αεροπορικές δυνάμεις
συμετέχουν με συμβατικά
οπλισμένα αεροσκάφη για
την υποστήριξη αυτών των
αποστολών, εκτελώντας
καθήκοντα όπως
παρεμβολές στα εχθρικά
ραντάρ και ανεφοδιασμό
(βλέπε χάρτη)

Η
Βρετανία θα δυσκολευόταν
να μιμηθεί αυτές τις
συμφωνίες κοινής χρήσης
πυρηνικών. Από τη
δεκαετία του 1990 όλα τα
πυρηνικά της όπλα
βρίσκονται σε υποβρύχια
των οποίων η τοποθεσία
παραμένει μυστική. Τα
υποβρύχια μπορούν να
χρησιμοποιηθούν για
αποστολή σημάτων—στις
αρχές του 2022, λίγο
μετά την εισβολή της
Ρωσίας στην Ουκρανία, η
Γαλλία έκανε το
ασυνήθιστο βήμα να
τοποθετήσει στη θάλασσα
τρία από τα τέσσερα
υποβρύχιά της με
πυρηνικά όπλα—αλλά δεν
μπορεί να στείλει ένα
στον Ρήνο ή στον
Βιστούλα για να
καθησυχάσει τους
συμμάχους.
Τα
αεροπλάνα είναι άλλη
υπόθεση. Η Γαλλία
διαθέτει εναέρια
πυρηνικά όπλα που
εκτοξεύονται
ως
«ύστατη προειδοποίηση»
σε έναν εχθρό πριν
εκτοξεύσει πυραύλους από
υποβρύχια σε, κατά πάσα
πιθανότητα, ρωσικές
πόλεις. Στην άσκηση
Poker,
η γαλλική αεροπορία
εξασκείται σε μακράς
εμβέλειας επιδρομές με
πυρηνικά τέσσερις φορές
τον χρόνο. Το 2020, μετά
το σοκ της πρώτης
θητείας του κ.
Trump,
ο κ.
Macron
προσκάλεσε τους
συμμάχους να
«συνεργαστούν» στις
γαλλικές ασκήσεις
πυρηνικών. Το 2022, το
Voilà,
ένα ιταλικό τάνκερ
ανεφοδίασε γαλλικά
αεροσκάφη σε μία τέτοια
άσκηση. Τις τελευταίες
ημέρες, σύμφωνα με άτομο
που γνωρίζει αυτές τις
συνομιλίες, κι άλλοι
σύμμαχοι προσφέρθηκαν να
συμμετάσχουν.
Το
ερώτημα είναι που μπορεί
να φτάσει το όλο
εγχείρημα. Γαλλικά
αεροσκάφη ικανά να
μεταφέρουν πυρηνικά όπλα
συμμετέχουν ολοένα και
περισσότερο σε
συμβατικές ασκήσεις στο
εξωτερικό, όπως με τη
Λιθουανία και τη
Γερμανία το προηγούμενο
έτος. Το 2018, ο
Bruno
Tertrais
πρότεινε ότι η Γαλλία θα
μπορούσε τελικά να
στείλει μη οπλισμένα
μαχητικά αεροσκάφη
Rafale
ικανά να μεταφέρουν
πυρηνικά σε αεροδρόμια
της Ανατολικής Ευρώπης
«για να δείξει την
αλληλεγγύη της». Αυτό
δεν θα ήταν απλώς ένα
πολιτικό μήνυμα.
Παράλληλα, θα επέκτεινε
την εμβέλεια με την
οποία η Γαλλία θα
μπορούσε να χτυπήσει τη
Ρωσία και να επιστρέψει
με ασφάλεια τα αεροσκάφη
της. Σε πιο ακραία
σενάρια, ο κ.Tertrais
γράφει ότι η Γαλλία θα
μπορούσε να τοποθετήσει
δεκάδες πυραύλους που
εκτοξεύονται από
αεροσκάφη στη Γερμανία,
να επιτρέψει σε
συμμαχικά αεροσκάφη να
τους μεταφέρουν ή ακόμα
και να συγκροτήσει «μια
ευρωπαϊκή πυρηνική
ναυτική δύναμη».
Το
πρόβλημα με όλα αυτά
είναι η κλίμακα. Το
οπλοστάσιο των Ηνωμένων
Πολιτειών είναι αρκετά
μεγάλο, σημειώνει ο
Peter
Watkins,
«ώστε να μπορεί να
χρησιμοποιήσει κάποια
όπλα ως απάντηση σε
επίθεση σε σύμμαχο, ενώ
θα έχει πολλά ακόμα σε
εφεδρεία… για να
αποτρέψει μια επίθεση
στην αμερικανική
επικράτεια». Στην
περίπτωση της Βρετανίας,
προσθέτει, η χρήση ενός
πυραύλου σε χαμηλότερα
επίπεδα ανταπόκρισης—για
παράδειγμα, ως απάντηση
στη χρήση ενός τακτικού
πυρηνικού όπλου από τη
Ρωσία—«θα μπορούσε να
αποκαλύψει τη θέση του
μοναδικού αναπτυγμένου
υποβρυχίου». Αυτά τα
προβλήματα δεν είναι
ανυπέρβλητα. Η Βρετανία
αύξησε το όριο των
κεφαλών το 2021 και θα
μπορούσε να το κάνει
ξανά. Επιπλέον, αν
κατασκευάσει πέντε αντί
για τέσσερα υποβρύχια
της κλάσης
Dreadnought,
το πρώτο από τα οποία
αναμένεται στις αρχές
της δεκαετίας του 2030,
θα μπορούσε να έχει δύο
σκάφη στη θάλασσα
ταυτόχρονα.
Αν
υποθέσουμε, δηλαδή, ότι
θα μπορούσε να
κατασκευάσει
περισσότερα. Η ίδια
απειλή που απαιτεί αυτά
τα σχέδια—η εχθρική
στάση του κ.
Trump
απέναντι στους
συμμάχους—μπορεί επίσης
να περιπλέξει την
απάντηση. Η Βρετανία
εξαρτάται στενά από τις
Ηνωμένες Πολιτείες για
το σχεδιασμό, την
κατασκευή και τη
συντήρηση των πυρηνικών
όπλων. Οι πύραυλοι
Trident
που τα μεταφέρουν είναι
ενοικιασμένοι και
κρατούνται στις Ηνωμένες
Πολιτείες. Οι βρετανικές
κεφαλές πρέπει να
ταιριάζουν μέσα σε ένα
αμερικανικό
«αεροθάλαμο». Επιπλέον
οι σωλήνες που κρατούν
τους πυραύλους στην
κλάση
Dreadnought
είναι ίδιοι με εκείνους
στα αμερικανικά
υποβρύχια της κλάσης
Columbia.
Στο
χειρότερο σενάριο (το
οποίο ελάχιστοι
αξιωματούχοι θεωρούν
πιθανό), αν η Αμερική
σταματούσε την
υποστήριξη, η Βρετανία
θα μπορούσε να
διατηρήσει τους
πυραύλους που έχει στην
κατοχή της, πιθανώς για
μερικά χρόνια. Ωστόσο,
τα σχέδια της για
μελλοντικές κεφαλές και
υποβρύχια δεν θα ήταν
πλέον βιώσιμα. Μια
επιλογή για τη Βρετανία
θα ήταν να αναβιώσει την
ιδέα της συνεργασίας με
τη Γαλλία. Τη δεκαετία
του 1970, η Γαλλία
πρότεινε την πώληση
πυραύλων που
εκτοξεύονται από
υποβρύχια στη Βρετανία
και, τη δεκαετία του
1980, πρότεινε την από
κοινού ανάπτυξη ενός
πυραύλου κρουζ με
πυρηνική δυνατότητα.
Αυτή θα
ήταν μια κίνηση καίριας
σημασίας. Η «στρατηγική
συζήτηση» του κ.
Macron
βρίσκεται σε πρώιμο
στάδιο. Προς το παρόν,
λέει η
Héloïse
Fayet
του κέντρο μελετών
IFRI
στο Παρίσι, «δεν
υπάρχουν συνομιλίες για
την τοποθέτηση γαλλικών
πυρηνικών όπλων εκτός
γαλλικού εδάφους», πόσο
μάλλον για την αποποίηση
της γαλλικής εξουσίας
στη χρήση τους. «Η ιδέα
είναι περισσότερο να
προχωρήσουμε την
πολιτική πτυχή,
προσπαθώντας να βρούμε,
σε πολύ υψηλό επίπεδο,
κοινά ζωτικά συμφέροντα
μεταξύ, για παράδειγμα,
Γαλλίας και Σουηδίας ή
Γαλλίας και Γερμανίας»,
καθώς και να
επεκτείνουμε τη
συμμετοχή των συμμάχων
στις γαλλικές πυρηνικές
ασκήσεις. «Υπάρχουν
πολλές ιδέες, αλλά μας
λείπει η γαλλική
πολιτική καθοδήγηση»,
προσθέτει η κα
Fayet.
Αυτό μπορεί να
απογοητεύει ανθρώπους
όπως ο κ.
Tusk,
που βλέπουν τη κρίση να
εκκολάπτεται. Μ’ εκείνα
και με τ’ άλλα, ο κ.
Trump
έχει κατορθώσει να
προκαλέσει την πιο βαθιά
πυρηνική συζήτηση στην
Ευρώπη από τη δεκαετία
του 1950.
Πηγή:
The Economist
|