Βασικά
συμπεράσματα από την
έκθεση της ΕΚΤ:
Κερδοφορία:
Οι τέσσερις συστημικές
τράπεζες κατέγραψαν
καθαρά κέρδη ύψους 4,3
δισ. ευρώ, με απόδοση
ιδίων κεφαλαίων που
ξεπέρασε το 17% σε
πολλές περιπτώσεις,
έναντι ευρωπαϊκού μέσου
όρου 9,54%.
Έλεγχος
κόστους:
Παράλληλα με την αύξηση
των εσόδων, οι ελληνικές
τράπεζες διατήρησαν
χαμηλό λειτουργικό
κόστος. Ο λόγος κόστους
προς έσοδα κυμαίνεται
από 30% έως 39%, πολύ
χαμηλότερος από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο του
55%.
Πιστωτικός κίνδυνος:
Οι δείκτες καθυστερήσεων
πλησιάζουν τον μέσο όρο
της Ευρωζώνης (2,28%),
καθώς στο τέλος του 2024
κυμαίνονταν από 2,6% έως
3,8%. Η μείωση του
πιστωτικού κινδύνου έχει
οδηγήσει και σε
χαμηλότερο κόστος
προβλέψεων.
Κεφαλαιακή επάρκεια:
Οι ελληνικές τράπεζες
έχουν ενισχύσει
σημαντικά τα κεφάλαιά
τους, με δείκτη κύριων
βασικών ιδίων κεφαλαίων
μεταξύ 14,7% και 18,3%,
συγκρίσιμο με τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο
(15,86%). Ο συνολικός
δείκτης κεφαλαιακής
επάρκειας κινείται
μεταξύ 18,5% και 19,99%.
Ρευστότητα:
Η αύξηση των καταθέσεων
έχει ενισχύσει τους
δείκτες ρευστότητας. Ο
λόγος δανείων προς
καταθέσεις κυμαίνεται
μεταξύ 63% και 76%, πολύ
χαμηλότερος από τον
αντίστοιχο ευρωπαϊκό
(100,43%), προσφέροντας
στις ελληνικές τράπεζες
τη δυνατότητα ταχύτερης
πιστωτικής επέκτασης.
Προκλήσεις:
Παρά τις
ισχυρές επιδόσεις, ένα
αδύναμο σημείο είναι η
περιορισμένη
διαφοροποίηση των πηγών
εσόδων. Περίπου το 80%
των εσόδων των ελληνικών
τραπεζών προέρχεται από
τόκους, γεγονός που τις
καθιστά πιο ευάλωτες σε
περιόδους χαλάρωσης της
νομισματικής πολιτικής.
Στην Ευρωζώνη,
αντίστοιχα, τα έσοδα από
μη τοκοφόρες
δραστηριότητες
αντιπροσωπεύουν περίπου
το 30% του συνόλου.
Για την
αντιμετώπιση αυτού του
ζητήματος, οι διοικήσεις
των τραπεζών προχωρούν
σε στρατηγικές κινήσεις,
όπως η εξαγορά της
Εθνικής Ασφαλιστικής από
την Πειραιώς. Παράλληλα,
σχεδιάζεται η σταδιακή
μείωση του αναβαλλόμενου
φόρου στα ίδια κεφάλαια
μέσα στην επόμενη
πενταετία.
|