Δημοσιεύματα σε διεθνή
οικονομικά μέσα
ενημέρωσης αναφέρονται
στην τιμωρία που
επιβάλλουν οι «φρουροί»
των ομολόγων (bond
vigilants), δηλαδή οι
επενδυτές που σπεύδουν
να πωλήσουν το χρέος
χωρών με χαλαρή
δημοσιονομική διαχείριση
και να το αγοράσουν στη
συνέχεια με υψηλότερες
αποδόσεις.
Σύμφωνα
με ανάλυση της Morgan
Stanley, η εκτίναξη των
αποδόσεων για τα
μακροπρόθεσμα ομόλογα
των ΗΠΑ οφείλεται εν
μέρει στις προσδοκίες
των επενδυτών ότι η
οικονομική ανάπτυξη και
ο πληθωρισμός της χώρας
θα τρέχουν με
υψηλότερους ρυθμούς από
ό,τι αναμενόταν
προηγουμένως, κάτι που
σημαίνει ότι και το
«ουδέτερο» επιτόκιο της
κεντρικής τράπεζας
(Fed), το οποίο δεν
περιορίζει ούτε ενισχύει
την ανάπτυξη, θα είναι
αντίστοιχα υψηλότερο.
Ωστόσο,
η Morgan Stanley
σημειώνει ότι η αύξηση
στις αποδόσεις
ενσωματώνει και την
προσαύξηση που ζητούν οι
επενδυτές ως αποζημίωση
για τον κίνδυνο που
αναλαμβάνουν αγοράζοντας
χρέος για μία 10ετή
περίοδο. Η Morgan
Stanley εκτιμά ότι το
επιπλέον «ασφάλιστρο»
που ζητούν οι επενδυτές
έχει αυξηθεί περίπου 30
μονάδες βάσης το
τελευταίο δίμηνο και
έφτασε στις 55 μ.β., ενώ
ήταν μηδενικό στο
μεγαλύτερο διάστημα των
τελευταίων 15 ετών.
Η
περίπτωση της Βρετανίας
Στη
Βρετανία, οι αποδόσεις
αυξάνονται, επειδή οι
επενδυτές θεωρούν ότι ο
προϋπολογισμός που
ανακοίνωσε η υπουργός
Οικονομικών της
κυβέρνησης των
Εργατικών, Ρέιτσελ Ριβς,
είναι υπεραισιόδοξος για
τη μείωση του
ελλείμματος, παρά
τις σημαντικές αυξήσεις
στις εργοδοτικές
ασφαλιστικές εισφορές.
Με την προ διετίας
έκρηξη του κόστους
δανεισμού που προκάλεσαν
οι εξαγγελίες της τότε
πρωθυπουργού Λιζ Τρας
για μεγάλες φορολογικές
μειώσεις, να είναι
ζωντανές στη μνήμη,
είναι λογικό να
επικρατεί ανησυχία στην
κυβέρνηση της χώρας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι
επιτόκια κοντά στο 5%
αυξάνουν σημαντικά τις
δαπάνες για εξυπηρέτησης
του χρέους που πιέζουν
ανοδικά το έλλειμμα, με
κίνδυνο να δημιουργηθεί
έτσι ένας φαύλος κύκλος
αύξησης του χρέους, αν
δεν ληφθούν πρόσθετα
περιοριστικά μέτρα.
Στην
Ευρωζώνη, η αύξηση στο
κόστος δανεισμού που
σημειώθηκε ήταν
σημαντικά μικρότερη απ’
ό,τι στις ΗΠΑ και τη
Βρετανία, με τον
μεγαλύτερο αντίκτυπο να
σημειώνεται στα ομόλογα
της Γαλλίας, όπου επίσης
το δημοσιονομικό
έλλειμμα είναι πολύ
υψηλό τα τελευταία
χρόνια – εκτιμάται κοντά
στο 6% του ΑΕΠ το 2024 –
και το δημόσιο χρέος
κινείται ανοδικά,
έχοντας ξεπεράσει το
110% του ΑΕΠ.
Η
πολιτική κρίση που
προκλήθηκε από τις
πρόωρες βουλευτικές
εκλογές του περασμένου
Ιουλίου, οι οποίες
οδήγησαν σε μία
τριχοτομημένη Βουλή όπου
κανένα κόμμα ή παράταξη
δεν είχε πλειοψηφία,
επέτεινε προφανώς το
πρόβλημα. Έξι μήνες μετά
τις εκλογές, ο νέος
πρωθυπουργός, Φρανσουά
Μπαϊρού, δεν έχει
μπορέσει ακόμη να
καταθέσει προϋπολογισμό
για το 2025.
Παρά την
αύξηση, ωστόσο, κατά
περίπου 60 μονάδες βάσης
από τον Ιανουάριο του
2023, η απόδοση των
γαλλικών 10ετών ομολόγων
είναι πολύ χαμηλότερη
από των αντίστοιχων
αμερικανικών και
βρετανικών καθώς την
Πέμπτη διαμορφώνονταν
στο 3,33%. Σε αυτό έχει
συμβάλει ασφαλώς το
γεγονός ότι οι επενδυτές
εκτιμούν ότι ο
πληθωρισμός στην
Ευρωζώνη θα υποχωρήσει
στον στόχο του 2% φέτος
και η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα θα προχωρήσει σε
τρεις ή τέσσερις
μειώσεις επιτοκίων έως
τον Ιούνιο.
Ωστόσο,
οι γαλλικοί τίτλοι είχαν
υψηλότερη απόδοση από
αυτή των 10ετών ομολόγων
του ελληνικού δημοσίου,
η οποία διαμορφώθηκε στο
3,30%, όσο ήταν περίπου
και ένα χρόνο πριν.
Παράλληλα, η απόδοση των
ελληνικών τίτλων
παραμένει χαμηλότερη από
των αντίστοιχων ιταλικών
(3,65%), δείχνοντας ότι
η συνετή δημοσιονομική
διαχείριση και τα
πρωτογενή πλεονάσματα,
σε συνδυασμό με την
υψηλότερη ανάπτυξη σε
σχέση με την Ευρωζώνη
και την ανάκτηση της
επενδυτικής βαθμίδας,
έχουν αποκαταστήσει τη
δημοσιονομική αξιοπιστία
της χώρας, με αποτέλεσμα
να δανείζεται φθηνότερα
από πολλές μεγάλες
οικονομίες.
Η μεγάλη
επιτυχία που είχε η
έκδοση του νέου 10ετούς
ελληνικού ομολόγου
αναφοράς μέσα στην
εβδομάδα που πέρασε
επιβεβαίωσε αυτή την
ανάκτηση της αξιοπιστίας
καθώς η έκδοση έγινε
ανάρπαστη, με προσφορές
– ρεκόρ πάνω από 40 δις.
ευρώ και ταυτόχρονη
μείωση του spread με τα
γερμανικά ομόλογα.
Πηγή:
ΑΠΕ-ΜΠΕ
|