| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

Από το Marx ως το Soros

Καθημερινή Στήλη με άρθρα για την παγκόσμια οικονομία

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 
 

 

Η πετρελαϊκή κρίση και οι αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία

00:01 - 17/03/26
                                           

Οι τιμές του πετρελαίου εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις κάθε φορά που γίνονται πολιτικές δηλώσεις, ωστόσο ο καθοριστικός παράγοντας για την πορεία της αγοράς ενέργειας θα είναι τελικά οι στρατιωτικές εξελίξεις στο Ιράν και γενικότερα στη Μέση Ανατολή — ιδιαίτερα όσο παραμένει υπαρκτή η απειλή για τα δεξαμενόπλοια που διέρχονται από το Στενό του Ορμούζ.

 

Ακόμη κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοινώσουν ότι πέτυχαν τους στρατηγικούς τους στόχους και τερματίσουν τις επιθέσεις τους κατά του Ιράν, οι εξαγωγές πετρελαίου δύσκολα θα επιστρέψουν άμεσα σε κανονικούς ρυθμούς. Η αγορά θα χρειαστεί πρώτα να πειστεί ότι η Τεχεράνη δεν θα επιχειρήσει να προκαλέσει αναταράξεις στη ναυσιπλοΐα και στις αλυσίδες εφοδιασμού του πετρελαίου. Έτσι, παρότι οι τιμές μπορεί να υποχωρήσουν μόλις ανακοινωθεί η παύση των επιθέσεων, δεν είναι πιθανό να επιστρέψουν στα προπολεμικά επίπεδα έως ότου εξαλειφθεί ο κίνδυνος για τη ναυτιλία.

 

Η πιθανή διακοπή της διακίνησης περίπου 20 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ημερησίως μέσω του Στενού του Ορμούζ συνιστά κυρίως ένα βραχυπρόθεσμο πρόβλημα. Μέρος αυτών των ποσοτήτων αποθηκεύεται προσωρινά και θα μπορούσε να διοχετευθεί στην αγορά όταν αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία της ναυτιλίας. Πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι όταν οι δεξαμενές αποθήκευσης στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες γεμίζουν, η παραγωγή αναγκαστικά διακόπτεται — κάτι που δεν μπορεί να αναπληρωθεί αργότερα. Εάν η σύγκρουση παραταθεί για τρεις εβδομάδες ή περισσότερο, το παγκόσμιο πλεόνασμα προσφοράς που υπήρχε πριν από τον πόλεμο θα εξαντληθεί, δημιουργώντας ένα κατώτατο όριο στις τιμές που προηγουμένως αναμενόταν να υποχωρήσουν.

 

Η νέα αυτή πετρελαϊκή κρίση θυμίζει την περίφημη φράση από την αρχή της «Άννας Καρένινα» του Τολστόι: «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, ενώ κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο».

 

Συχνά υπάρχει η τάση να αντιμετωπίζονται οι πετρελαϊκές κρίσεις ως απλές μεταβολές στην ισορροπία προσφοράς και ζήτησης — ειδικά όταν πολιτικοί παράγοντες περιορίζουν την παραγωγή. Με άλλα λόγια, οι εξελίξεις αποτιμώνται μόνο σε βαρέλια πετρελαίου. Στην πραγματικότητα όμως η δυναμική είναι πολύ πιο σύνθετη.

 

Αν αφήσουμε προσωρινά στην άκρη τον ρόλο της ψυχολογίας των επενδυτών και των traders, οι άμεσες επιπτώσεις μιας τέτοιας κρίσης σχετίζονται με διάφορους παράγοντες: τα αποθέματα που υπήρχαν πριν από τον περιορισμό της παραγωγής, την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα που μπορούν να ενεργοποιήσουν οι χώρες του OPEC, τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που διατηρούν τα κράτη του ΟΟΣΑ, η Κίνα και άλλες μεγάλες οικονομίες, αλλά και –ίσως κυρίως– τη διάθεση των χωρών αυτών να χρησιμοποιήσουν αυτά τα αποθέματα.

 

Σε συνδυασμό με το κλίμα αβεβαιότητας, τις προσδοκίες των επενδυτών και τη συμπεριφορά των αγορών, όλα αυτά καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ακριβή πρόβλεψη της πορείας των τιμών του πετρελαίου. Το πιθανότερο πάντως είναι ότι η τάση θα παραμείνει ανοδική.

 

Κύριες οικονομικές επιπτώσεις: πληθωρισμός και κατανάλωση

 

Η βασική οικονομική επίπτωση μιας πετρελαϊκής κρίσης αποτυπώνεται στον πληθωρισμό, στο διαθέσιμο εισόδημα και στις καταναλωτικές δαπάνες. Οι αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου μεταφέρονται γρήγορα στο γενικό επίπεδο τιμών. Σύμφωνα με έναν εμπειρικό κανόνα, κάθε άνοδος 5% στις τιμές του πετρελαίου προσθέτει περίπου 0,1% στον πληθωρισμό. Εάν το πρόσφατο ράλι της τάξης του 50% διατηρηθεί, θα μπορούσε να αυξήσει τον πληθωρισμό περίπου κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Μπορεί να μην πρόκειται για δραματική μεταβολή, ωστόσο είναι αρκετή ώστε να καταστήσει τη Federal Reserve πιο επιφυλακτική απέναντι σε περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων.

 

Ταυτόχρονα, η μεταφορά κεφαλαίων από επενδύσεις και καταναλωτικές δαπάνες προς την αγορά ενέργειας έχει αποπληθωριστικές συνέπειες για την υπόλοιπη οικονομία. Παλαιότερες μελέτες εκτιμούσαν ότι ο διπλασιασμός της τιμής του πετρελαίου θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ των ΗΠΑ κατά περίπου 1%, αν και το ποσοστό αυτό θεωρείται σήμερα μάλλον υπερβολικό.

 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ημερήσια κατανάλωση βενζίνης ανέρχεται σε περίπου 9 εκατομμύρια βαρέλια, δηλαδή σχεδόν 400 εκατομμύρια γαλόνια. Αυτό σημαίνει ότι μια αύξηση της τιμής κατά 0,50 δολάρια ανά γαλόνι επιβαρύνει τους καταναλωτές κατά περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως.

 

Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 0,1% των συνολικών καταναλωτικών δαπανών — όχι ιδιαίτερα υψηλό, αλλά αρκετά αισθητό για νοικοκυριά με μεγάλα οχήματα ή μεγάλες καθημερινές μετακινήσεις. Ακόμη και μια μικρή αύξηση στις τιμές της βενζίνης έχει αποπληθωριστικές επιπτώσεις για μεγάλο μέρος της χώρας, ενώ ορισμένες περιοχές, όπως οι ενεργειακές πολιτείες του νοτιοδυτικού τμήματος, ενδέχεται να ωφεληθούν. Εάν η τιμή της βενζίνης φτάσει τα 5 δολάρια ανά γαλόνι, η επιβάρυνση θα αντιστοιχεί σχεδόν στο 0,5% των καταναλωτικών δαπανών — επίπεδο στο οποίο οι καταναλωτές αρχίζουν να περιορίζουν τις προαιρετικές αγορές. Αν οι αυξήσεις αυτές παραμείνουν, η θερινή περίοδος ταξιδιών ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα αδύναμη.

 

Η συνολική κατανάλωση πετρελαίου στις ΗΠΑ φτάνει περίπου τα 19 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Εάν οι τιμές αυξηθούν από τα 60 στα 120 δολάρια το βαρέλι, το κόστος αυτό θα αντιστοιχεί περίπου στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήγαγαν το σύνολο του πετρελαίου που καταναλώνουν, η οικονομική ζημιά θα ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ωστόσο, καθώς αποτελούν πλέον καθαρό εξαγωγέα ενέργειας, η μεταφορά εισοδήματος δεν γίνεται προς το εξωτερικό αλλά από τους καταναλωτές προς τους εγχώριους παραγωγούς. Αυτό μειώνει το συνολικό πλήγμα, χωρίς όμως να το εξαλείφει.

 

Δευτερογενείς επιπτώσεις στην οικονομία

 

Οι έμμεσες οικονομικές επιπτώσεις γίνονται εμφανείς όταν οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας αρχίζουν να επηρεάζουν ευρύτερους κλάδους της οικονομίας. Εκτός από την αύξηση των μεταφορικών δαπανών λόγω της ανόδου του ντίζελ, σημαντικές επιπτώσεις αναμένονται και στον αγροτικό τομέα, ο οποίος εισέρχεται στην περίοδο της σποράς και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από καύσιμα ντίζελ για τον εξοπλισμό του. Η πρόσφατη άνοδος των τιμών εκτιμάται ότι θα αυξήσει τα κόστη του κλάδου κατά περίπου 2–3 δισεκατομμύρια δολάρια, γεγονός που πιθανότατα θα περιορίσει τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές τροφίμων μέσα στο έτος.

 

Σημαντικό πλήγμα θα δεχθούν και οι αεροπορικές εταιρείες. Τα καύσιμα αντιπροσωπεύουν περίπου το 20–30% των λειτουργικών τους εξόδων, συνεπώς μια αύξηση 50% στην τιμή των καυσίμων μπορεί να εξαφανίσει τα περιθώρια κέρδους τους, εκτός εάν μετακυλήσουν το κόστος στους επιβάτες. Ωστόσο, σε μια περίοδο οικονομικής επιβράδυνσης, η αύξηση των τιμών των εισιτηρίων δεν είναι εύκολη επιλογή. Ακόμη κι έτσι, το υψηλότερο κόστος μετακινήσεων είναι πιθανό να περιορίσει τα ταξίδια και να πλήξει τους κλάδους του τουρισμού και της φιλοξενίας.

 

Το δολάριο, πάντως, εμφανίζει σημάδια ανθεκτικότητας. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου, επηρεάζονται λιγότερο από άλλες οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας. Η ενίσχυση του δολαρίου μπορεί να περιορίσει τον πληθωρισμό, αλλά ταυτόχρονα να μειώσει την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών εξαγωγών εκτός του ενεργειακού τομέα. 

 

Τριτογενείς επιπτώσεις και κίνδυνος ύφεσης

 

Οι τριτογενείς επιπτώσεις είναι εξίσου σημαντικές, καθώς οι διαταραχές στον εφοδιασμό δημιουργούν ευρύτερες αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η ιστορία των προηγούμενων πετρελαϊκών κρίσεων δείχνει ότι αυτές οι έμμεσες επιπτώσεις μπορούν να είναι εξίσου σημαντικές με την αρχική άνοδο των τιμών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κρίση του 1979–1980 μετά την επανάσταση στο Ιράν, όταν ακόμη και ο Καναδάς –παρά το γεγονός ότι ήταν καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου– εισήλθε σε ύφεση εξαιτίας των διεθνών οικονομικών επιπτώσεων.

 

Εάν οι ασιατικές οικονομίες, που εξαρτώνται σχεδόν πλήρως από εισαγωγές πετρελαίου, οδηγηθούν σε ύφεση, οι αμερικανικές εξαγωγές θα μειωθούν σημαντικά. Παράλληλα, η Κίνα μπορεί να επιχειρήσει να αντισταθμίσει τις αποπληθωριστικές πιέσεις ενισχύοντας τις εξαγωγές της, κάτι που θα εντείνει τον ανταγωνισμό και θα πλήξει τους παραγωγούς σε πολλές χώρες.

 

Τέλος, η παρατεταμένη άνοδος και αστάθεια στις τιμές του πετρελαίου μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το επιχειρηματικό κλίμα και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, αυξάνοντας τον κίνδυνο οικονομικής ύφεσης. Η κατάσταση θα μπορούσε να επιδεινωθεί εάν η Fed υιοθετήσει υπερβολικά επιθετική νομισματική πολιτική, εστιάζοντας αποκλειστικά στον άμεσο πληθωριστικό αντίκτυπο των υψηλότερων τιμών ενέργειας και αγνοώντας τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομίας.

 

Παρά το γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία δεν παρουσίασε τις αρνητικές συνέπειες που πολλοί ανέμεναν από τους εμπορικούς πολέμους και τους δασμούς της προηγούμενης χρονιάς, αυτό δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι είναι υπερβολικοί. Αντίθετα, αντανακλά την εγγενή αβεβαιότητα μιας πολύπλοκης οικονομίας. Το βέβαιο είναι ότι οι περισσότερες επιπτώσεις από μια παρατεταμένη άνοδο των τιμών του πετρελαίου θα είναι αρνητικές — και όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση με το Ιράν, τόσο πιο έντονες θα γίνονται.

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum