|
Η σύγκρουση
ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ από τη μία
πλευρά και το Ιράν από την άλλη έχει προκαλέσει έντονες
αναταράξεις στην αγορά ενέργειας, οδηγώντας σε σημαντική
άνοδο τις τιμές του πετρελαίου. Ένας βασικός λόγος είναι η
επιφυλακτικότητα των δεξαμενόπλοιων να περάσουν από τα Στενά
του Ορμούζ, μια θαλάσσια δίοδο στρατηγικής σημασίας από την
οποία διακινείται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου
εμπορίου πετρελαίου.
Προκειμένου να
διασφαλιστεί η ομαλή ροή ενεργειακών φορτίων από την
περιοχή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ
Ντόναλντ Τραμπ
έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο παροχής ναυτικής
προστασίας σε πλοία που διέρχονται από τα Στενά, εφόσον αυτό
καταστεί αναγκαίο. Η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί
καινοτομία, αλλά επαναφέρει μια παλαιότερη στρατηγική
επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η ρίζα αυτής της πολιτικής
εντοπίζεται στο 1980, όταν ο τότε πρόεδρος
Τζίμι Κάρτερ δεσμεύτηκε ότι η Ουάσιγκτον θα υπερασπιστεί τον Περσικό Κόλπο. Η απόφαση
εκείνη ελήφθη σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής
αβεβαιότητας, μετά την
Ισλαμική Επανάσταση
και την
Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, γεγονότα που αύξησαν σημαντικά τους φόβους για διαταραχές στον παγκόσμιο
ενεργειακό εφοδιασμό. Από αυτή τη στρατηγική προέκυψε και η
δημιουργία της
United
States
Central
Command
(CENTCOM),
η οποία αποτέλεσε τη βάση για τη μόνιμη στρατιωτική παρουσία
των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Σε πρόσφατη ανάλυσή της, η
Rosemary
Kelanic,
διευθύντρια του προγράμματος Μέσης Ανατολής στο
think
tank
Defense
Priorities,
υποστηρίζει ότι η σημερινή κρίση γύρω από το Ιράν δείχνει
πως οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν πλέον καλύτερες επιλογές
από τη στρατηγική της εποχής Κάρτερ. Για να συμβεί όμως
αυτό, θα πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί ένα βασικό πρόβλημα: η
αμερικανική οικονομία παραμένει πιο εκτεθειμένη στις
διακυμάνσεις της αγοράς πετρελαίου σε σχέση με άλλες μεγάλες
δυνάμεις, ακόμη και με την
Κίνα.
Παρά το γεγονός
ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό
πετρελαίου παγκοσμίως και έχουν εξελιχθεί σε καθαρό
εξαγωγέα, το πετρέλαιο εξακολουθεί να τιμολογείται σε μια
ενιαία παγκόσμια αγορά. Αυτό σημαίνει ότι οι μεταβολές των
τιμών επηρεάζουν εξίσου όλες τις οικονομίες. Μάλιστα,
σύμφωνα με την ανάλυση, η αμερικανική οικονομία είναι πάνω
από 40% πιο εξαρτημένη από το πετρέλαιο σε σύγκριση με την
κινεζική, παρά το γεγονός ότι η Κίνα εισάγει μεγάλες
ποσότητες αργού.
Η κινεζική
ηγεσία έχει αναγνωρίσει εδώ και χρόνια τη στρατηγική αυτή
αδυναμία και προσπαθεί συστηματικά να τη μειώσει. Αντί να
βασιστεί σε στρατιωτική παρουσία για την προστασία των
ενεργειακών οδών, το Πεκίνο επενδύει μαζικά στην
ηλεκτροκίνηση και στις σιδηροδρομικές μεταφορές υψηλής
ταχύτητας. Σήμερα, περίπου τα δύο τρίτα των ηλεκτρικών
αυτοκινήτων που πωλούνται διεθνώς αγοράζονται στην Κίνα, ενώ
μέσα στον επόμενο χρόνο εκτιμάται ότι οι πωλήσεις ηλεκτρικών
οχημάτων στη χώρα θα ξεπεράσουν σε μέγεθος ολόκληρη την
αγορά αυτοκινήτων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Την ίδια
στιγμή, η πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση Τραμπ κινείται
σε διαφορετική κατεύθυνση. Η Ουάσιγκτον έχει καταργήσει
σημαντικές επιδοτήσεις για ηλεκτρικά οχήματα, έχει
περιορίσει τα κίνητρα για επενδύσεις σε δίκτυα φόρτισης και
έχει χαλαρώσει τα πρότυπα εξοικονόμησης καυσίμων για τα
αυτοκίνητα.
Σε
βραχυπρόθεσμο επίπεδο, μια λύση για την αποκλιμάκωση της
έντασης στις αγορές θα μπορούσε να είναι η αξιοποίηση των
στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου των ΗΠΑ. Το
Strategic
Petroleum
Reserve
διαθέτει σήμερα περίπου 415 εκατομμύρια βαρέλια, τα οποία
μπορούν να αρχίσουν να διοχετεύονται στην αγορά μέσα σε
περίπου δύο εβδομάδες. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε
να συντονίσει αυτή την κίνηση με τα κράτη-μέλη του
International
Energy
Agency,
που συνολικά διατηρούν περίπου 1,2 δισεκατομμύρια βαρέλια σε
κρατικά αποθέματα.
Αν ληφθούν
υπόψη τόσο τα κρατικά όσο και τα ιδιωτικά αποθέματα, τα
παγκόσμια διαθέσιμα πετρελαίου φθάνουν περίπου τα 8,2
δισεκατομμύρια βαρέλια. Θεωρητικά, αυτό το επίπεδο
αποθεμάτων θα μπορούσε να αντισταθμίσει ακόμη και μια πλήρη
διακοπή της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ για διάστημα
μεγαλύτερο του ενός έτους.
Ωστόσο, η
μακροπρόθεσμη λύση για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκεται
μόνο στη διαχείριση αποθεμάτων, αλλά στη μείωση της
συνολικής εξάρτησης από το πετρέλαιο. Σε αυτό το πεδίο, η
ηλεκτροκίνηση θα μπορούσε να παίξει καθοριστικό ρόλο. Η
παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ είναι ήδη σχεδόν
πλήρως αποσυνδεδεμένη από το πετρέλαιο, καθώς βασίζεται
κυρίως σε άνθρακα, φυσικό αέριο, πυρηνική ενέργεια και
ανανεώσιμες πηγές.
Εάν η
αμερικανική οικονομία μειώσει ουσιαστικά την κατανάλωση
πετρελαίου, τότε και το στρατηγικό ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον
για τον Περσικό Κόλπο θα περιοριστεί σημαντικά. Μια τέτοια
εξέλιξη θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο ακόμη και για την
επιστροφή μεγάλου αριθμού αμερικανικών στρατευμάτων που
παραμένουν σήμερα ανεπτυγμένα στην περιοχή.
|