|
Καθώς η
σύγκρουση με το Ιράν ωθεί τις τιμές του πετρελαίου προς τα
120 δολάρια το βαρέλι, πλησιάζει η στιγμή της αλήθειας τόσο
για έναν απερίσκεπτο πρόεδρο όσο και για τις
χρηματοπιστωτικές αγορές που μέχρι στιγμής δείχνουν
αξιοσημείωτη ψυχραιμία.
Την περασμένη εβδομάδα οι
αντιδράσεις παρέμειναν περιορισμένες. Ο δείκτης
S&P
500 σημείωσε πτώση μόλις 2%, ενώ ακόμη και στη Νότια Κορέα
–την πιο ευμετάβλητη χρηματιστηριακή αγορά παγκοσμίως– οι
επενδυτές επέστρεψαν την Παρασκευή αναζητώντας ευκαιρίες,
παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η μεγαλύτερη ημερήσια
πτώση στην ιστορία του δείκτη
Kospi,
όπως επισήμαινε πρόσφατα και το Bloomberg.
Η στάση αυτή δεν είναι ασυνήθιστη. Οι αγορές συχνά αντιδρούν
με χρονική υστέρηση στα μεγάλα γεγονότα. Ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα ήταν η εμφάνιση της πανδημίας
Covid-19:
αρχικά οι επενδυτές υποτίμησαν την απειλή μιας παγκόσμιας
υγειονομικής κρίσης, όμως μέσα σε λίγες εβδομάδες πέρασαν σε
καθεστώς έντονου πανικού. Σε λιγότερο από έναν μήνα, ο
S&P
500 είχε χάσει έως και το ένα τρίτο της αξίας του.
Μνήμες πανδημίας στις αγορές
Καθώς η κρίση
στο Ιράν εισέρχεται στη δεύτερη εβδομάδα της, γίνεται ολοένα
και δυσκολότερο για τις αγορές να θεωρούν ότι πρόκειται για
μια σύντομη σύγκρουση. Η απόφαση της Τεχεράνης να ορίσει ως
νέο ανώτατο ηγέτη τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ, γιο του
δολοφονημένου προκατόχου του, κινείται προς την αντίθετη
κατεύθυνση από μια αποκλιμάκωση.
Τη Δευτέρα, ο δείκτης
MSCI AC
Asia
Pacific Index κατέγραψε τη μεγαλύτερη πτώση του από τον περασμένο Απρίλιο, με τις αγορές
της Κορέας και της Ιαπωνίας να πρωταγωνιστούν στις απώλειες.
Την ίδια στιγμή εντείνεται η πίεση στις αγορές ομολόγων,
όπου παρατηρείται νέο κύμα πωλήσεων, καθώς οι επενδυτές
προετοιμάζονται για πιθανώς δυσμενέστερες εξελίξεις τις
επόμενες ημέρες.
Υπό αυτές τις
συνθήκες, αρχίζει να διαμορφώνεται το σενάριο ενός «μαύρου
κύκνου». Για να κατανοήσει κανείς πού μπορεί να εμφανιστούν
οι μεγαλύτερες πιέσεις, αξίζει να θυμηθεί ποια ήταν τα
κυρίαρχα επενδυτικά αφηγήματα πριν από την έναρξη του
πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ
αποφάσισαν να επιτεθούν στο Ιράν.
Η φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης
Ένα από τα βασικά θέματα των αγορών ήταν οι τεράστιες
κεφαλαιουχικές δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη. Μόνο
τέσσερις από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες
τεχνολογίας αναμένεται να επενδύσουν φέτος περίπου 650
δισεκατομμύρια δολάρια – ποσό αυξημένο κατά 81% σε σχέση με
το 2025. Στα ποσά αυτά προστίθενται ακόμη δισεκατομμύρια από
εταιρείες όπως η Oracle,
η Tesla αλλά και μεγάλους κινεζικούς τεχνολογικούς ομίλους.
Μέχρι πρόσφατα, οι επενδυτές στις μετοχές μιλούσαν για έναν
«υπερκύκλο» στη βιομηχανία των τσιπ, ενώ οι αγορές ομολόγων
κατέγραφαν εκδόσεις-ρεκόρ. Από τα τέλη του προηγούμενου
έτους, οι τεχνολογικοί κολοσσοί αξιοποίησαν τις
κεφαλαιαγορές για να χρηματοδοτήσουν τα φιλόδοξα σχέδιά τους
στην τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, χρηματιστήρια όπως της
Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν –όπου δεσπόζουν εταιρείες όπως
η Samsung
Electronics, η SK Hynix
και η Taiwan Semiconductor
Manufacturing
Company– εξελίχθηκαν σε αγαπημένους προορισμούς των επενδυτών. Αυτό το αφήγημα
πλέον αρχίζει να κλονίζεται.
Το σενάριο του ακριβού πετρελαίου
Αν η τιμή του πετρελαίου παραμείνει για μεγάλο χρονικό
διάστημα πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, οι συνέπειες θα
μπορούσαν να είναι σημαντικές. Οι κεντρικές τράπεζες,
φοβούμενες την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, ενδέχεται να
εγκαταλείψουν τα σχέδια μείωσης των επιτοκίων ή ακόμη και να
επιστρέψουν σε αυξήσεις. Τα
spreads
των εταιρικών ομολόγων πιθανότατα θα διευρυνθούν. Σήμερα, τα
πιστωτικά spreads των τεχνολογικών εταιρειών επενδυτικής βαθμίδας παραμένουν πολύ χαμηλότερα
από τα επίπεδα που είχαν φτάσει στις αρχές του 2020.
Εάν το κόστος
δανεισμού αυξηθεί σημαντικά, οι μεγάλες τεχνολογικές
εταιρείες μπορεί να περιορίσουν τις επενδύσεις τους και να
μειώσουν τις δαπάνες για νέα έργα, γεγονός που θα μπορούσε
να οδηγήσει σε διόρθωση της χρηματιστηριακής «φούσκας» που
έχει δημιουργηθεί γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Το σενάριο
αυτό δεν φαίνεται απίθανο, καθώς ένας αυξανόμενος αριθμός
επενδυτών έχει ήδη προειδοποιήσει ότι οι εταιρείες δαπανούν
υπερβολικά μεγάλα ποσά.
Ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης του
χρηματοπιστωτικού συστήματος
Παραμένει
επίσης ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο το χρηματοπιστωτικό
σύστημα μπορεί να αντέξει μια νέα περίοδο έντονων
αναταράξεων, δεδομένου ότι είχε ουσιαστικά παραλύσει τον
Μάρτιο του 2020. Μια ημερήσια άνοδος 25% στις τιμές του
πετρελαίου, σε συνδυασμό με μεγάλες πτώσεις σε ιδιαίτερα
δημοφιλείς επενδυτικούς κλάδους όπως οι ημιαγωγοί, θα
μπορούσε να ενισχύσει τον πανικό και να οδηγήσει σε μαζικές,
αδιάκριτες ρευστοποιήσεις.
Ιδιαίτερα
ανησυχητικό είναι ότι ακόμη και ο χρυσός –το παραδοσιακό
ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους κρίσης– έχει καταγράψει
πρόσφατα πτώση. Αυτό ενδέχεται να υποδηλώνει ότι ορισμένοι
επενδυτές αναγκάστηκαν να πουλήσουν ακόμη και ασφαλή
περιουσιακά στοιχεία για να εξασφαλίσουν ρευστότητα.
Το κόστος του πολέμου
Μέχρι στιγμής,
ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει υποβαθμίσει την άνοδο των
τιμών του πετρελαίου, χαρακτηρίζοντάς την «πολύ μικρό
τίμημα» για την εξάλειψη της πυρηνικής απειλής του Ιράν.
Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η κατάσταση μπορεί
να ξεφύγει από τον έλεγχο, όπως συνέβη με την ανεπαρκή
διαχείριση της πανδημίας κατά την πρώτη του θητεία.
Εάν το
πετρέλαιο παραμείνει σταθερά πάνω από τα 100 δολάρια το
βαρέλι, το τίμημα για τις χρηματοπιστωτικές αγορές θα
μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα βαρύ.
|