|
Κανείς δεν
μπορεί ακόμη να υπολογίσει με βεβαιότητα το ανθρώπινο ή το
γεωστρατηγικό τίμημα του πολέμου του Ντόναλντ Τραμπ στο
Ιράν, όμως το οικονομικό κόστος αυξάνεται ήδη με ταχύ ρυθμό
και σε καθημερινή βάση.
Σύμφωνα με τα
έως τώρα στοιχεία, στην επιχείρηση με την κωδική ονομασία
«Επική Οργή» συμμετέχουν περισσότεροι από 50.000 Αμερικανοί
στρατιώτες, βομβαρδιστικά, περίπου 200 μαχητικά αεροσκάφη
και δύο αεροπλανοφόρα. Οι αμερικανικές δυνάμεις καταναλώνουν
τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών, πλήττουν χιλιάδες στόχους
και χρησιμοποιούν διαρκώς προηγμένα και εξαιρετικά δαπανηρά
συστήματα αναχαίτισης και πυραύλους. Ήδη, τρία αμερικανικά
F-15
χάθηκαν πάνω από το Κουβέιτ σε περιστατικό φιλικών πυρών,
χωρίς τραυματισμούς στα πληρώματα, αλλά με κόστος
αντικατάστασης που εκτιμάται τουλάχιστον στα 300 εκατ.
δολάρια.
Η Elaine
McCusker, πρώην κορυφαία αξιωματούχος του Πενταγώνου στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ,
εκτίμησε ότι μέχρι το τέλος της έκτης ημέρας των
επιχειρήσεων το συνολικό κόστος είχε ήδη ξεπεράσει τα 11
δισ. δολάρια, εκ των οποίων πάνω από 5 δισ. αφορούσαν μόνο
συστήματα αναχαίτισης. Παράλληλα, το Πεντάγωνο αναμένεται να
ζητήσει από το Κογκρέσο επιπλέον 50 δισ. δολάρια για την
αναπλήρωση των αποθεμάτων του, ενώ ο Τραμπ επιδιώκει να
αυξήσει τον ετήσιο αμυντικό προϋπολογισμό κατά 600 δισ.
δολάρια, ώστε να φτάσει το 1,5 τρισ. δολάρια στο επόμενο
οικονομικό έτος.
Το οικονομικό
βάρος είναι τεράστιο για έναν πρόεδρο που είχε επιστρέψει
στην εξουσία υποσχόμενος ότι θα τερματίσει πολέμους και όχι
ότι θα ανοίξει νέους. Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο το
δημοσιονομικό κόστος. Όπως επισημαίνεται, δεν υπάρχουν
επαρκείς ενδείξεις ότι η στρατιωτική στρατηγική του Τραμπ
—είτε στο εξωτερικό είτε στο εσωτερικό— καθιστά ουσιαστικά
ασφαλέστερους τους Αμερικανούς.
Ο πόλεμος κατά
του Ιράν συνιστά ήδη τη δαπανηρότερη στρατιωτική επιχείρηση
της προεδρίας Τραμπ. Είχε προηγηθεί ο βομβαρδισμός ιρανικών
πυρηνικών εγκαταστάσεων τον περασμένο Ιούνιο, ο οποίος είχε
κοστίσει περίπου 2 δισ. δολάρια. Παράλληλα, οι ευρύτερες
συνέπειες του πολέμου έχουν αρχίσει να αποτυπώνονται και
στην οικονομία: η Ρωσία ωφελείται από την άνοδο της ζήτησης
για το πετρέλαιό της, οι διεθνείς τιμές ενέργειας ανεβαίνουν
λόγω διαταραχών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ οι
αμερικανικές και ευρωπαϊκές αρχές ασφαλείας βρίσκονται σε
αυξημένο συναγερμό για πιθανές τρομοκρατικές επιθέσεις.
Η στρατιωτική
κινητοποίηση των ΗΠΑ δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή. Η
κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη εμπλακεί σε δαπανηρές επιχειρήσεις
και σε άλλα μέτωπα. Τα αμερικανικά πλήγματα κατά των Χούθι
στην Υεμένη κόστισαν 1 δισ. δολάρια μόνο σε πυρομαχικά τον
πρώτο μήνα του 2025, πριν σταματήσουν. Αντίστοιχα, είχαν
προηγηθεί επιχειρήσεις γύρω από τη Βενεζουέλα, παρά τους
ισχυρισμούς κυβερνητικών στελεχών ότι δεν θα είχαν κόστος
για τις ΗΠΑ.
Σημαντικό βάρος προκύπτει και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Από τον
Ιούνιο, ο Τραμπ έχει διατάξει αποστολές της Εθνοφρουράς ή
των Πεζοναυτών σε έξι αμερικανικές πόλεις, με συνολικό
κόστος που, σύμφωνα με το
Congressional
Budget
Office, ξεπερνά τα 500 εκατ. δολάρια. Εκτός από το οικονομικό κόστος, οι
επιχειρήσεις αυτές συνοδεύονται και από ανθρώπινο τίμημα,
καθώς ήδη έχουν σημειωθεί σοβαρά περιστατικά με απώλειες και
τραυματισμούς στρατιωτικών που βρίσκονταν σε υπηρεσία.
Την ίδια
στιγμή, ο Τραμπ προωθεί και νέα εξαιρετικά δαπανηρά σχέδια.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο λεγόμενος «Χρυσός Θόλος», ένα
φιλόδοξο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας που
ενδέχεται να κοστίσει τρισεκατομμύρια δολάρια, καθώς και η
δημιουργία νέας κατηγορίας πολεμικών πλοίων, με πιθανό
κόστος άνω των 20 δισ. δολαρίων ανά μονάδα.
Παράλληλα,
δαπάνες διοχετεύονται και σε πρωτοβουλίες χαμηλής
ουσιαστικής αξίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η μετονομασία
του Υπουργείου Άμυνας σε Υπουργείο Πολέμου θα μπορούσε να
κοστίσει 125 εκατ. δολάρια, ενώ πραγματοποιήθηκαν και άλλες
δαπάνες, όπως ειδικές εκδηλώσεις, ομιλίες και στρατιωτική
παρέλαση που συνέπεσε με τα γενέθλια του προέδρου.
Το πρόβλημα
γίνεται ακόμη πιο έντονο επειδή αυτές οι στρατιωτικές και
πολιτικές δαπάνες εξελίσσονται ενώ ταυτόχρονα περιορίζονται
κονδύλια για επιστημονική έρευνα και επιδοτήσεις
υγειονομικής περίθαλψης. Με άλλα λόγια, η ανακατανομή πόρων
φαίνεται να γίνεται εις βάρος κοινωνικών και αναπτυξιακών
αναγκών.
Πέρα από τους
αριθμούς, το σημαντικότερο τίμημα ενός πολέμου παραμένει το
ανθρώπινο. Από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28
Φεβρουαρίου, ο πόλεμος με το Ιράν έχει στοιχίσει τη ζωή σε
εκατοντάδες ανθρώπους, μεταξύ των οποίων και επτά Αμερικανοί
στρατιωτικοί. Παράλληλα, στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ
σε άλλες περιοχές έχουν προκαλέσει δεκάδες ακόμη θανάτους,
εγείροντας και σοβαρά νομικά και ηθικά ερωτήματα.
Υπάρχει όμως
και ένα ακόμη, λιγότερο μετρήσιμο αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο
κόστος: η φθορά της διεθνούς αξιοπιστίας των Ηνωμένων
Πολιτειών. Οι επιλογές του Τραμπ, από τη στάση του απέναντι
στην καναδική κυριαρχία μέχρι τη ρητορική του για τη
Γροιλανδία, αλλάζουν το γεωπολιτικό τοπίο με τρόπο που δεν
μπορεί να αντισταθμιστεί απλώς με περισσότερες στρατιωτικές
δαπάνες.
Τελικά, το
οικονομικό κόστος αυτών των στρατιωτικών περιπετειών δεν
είναι απλώς λογιστικό ζήτημα. Είναι στρατηγικής σημασίας,
διότι οδηγεί σε περαιτέρω διόγκωση του ήδη τεράστιου
αμερικανικού χρέους, που πλησιάζει τα 39 τρισ. δολάρια. Αυτό
σημαίνει πως, ανεξάρτητα από την έκβαση των πολεμικών
επιχειρήσεων, ο λογαριασμός θα μεταφερθεί στους Αμερικανούς
πολίτες για πολλά ακόμη χρόνια.
|