Στεγαστική Κρίση
(2)
Η στεγαστική κρίση,
που ξεκίνησε μετά την πανδημία, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα
σοβαρότερα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής μας.
Τα νοικοκυριά σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες
αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην απόκτηση κατοικίας,
σύμφωνα με την ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Μετά την πανδημία, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της
οικονομικής δυνατότητας των πολιτών να αποκτήσουν σπίτι,
γεγονός που τροφοδότησε ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια και
πίεση για αλλαγές.
Η αδυναμία
απόκτησης κατοικίας οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων.
Αρχικά, η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, που επιβλήθηκε από
τις κεντρικές τράπεζες για την καταπολέμηση του πληθωρισμού,
έκανε τα στεγαστικά δάνεια πιο δαπανηρά. Παράλληλα, η
έλλειψη κατοικιών στην αγορά, η οποία επιδεινώθηκε από τις
καθυστερήσεις στις κατασκευές κατά τη διάρκεια της
πανδημίας, διατήρησε τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Την ίδια
στιγμή, η αυξημένη ζήτηση για μεγαλύτερα σπίτια, ως
αποτέλεσμα αλλαγών στις προτεραιότητες των ανθρώπων λόγω της
πανδημίας, προκάλεσε περαιτέρω πίεση στην αγορά.
Οι τιμές των
κατοικιών αυξήθηκαν απρόσμενα κατά την περίοδο της
πανδημίας, σε αντίθεση με ό,τι παρατηρείται συνήθως κατά τη
διάρκεια οικονομικών επιβραδύνσεων. Αυτό το παράδοξο
φαινόμενο συνδυάστηκε με τις ραγδαίες αυξήσεις των
στεγαστικών επιτοκίων, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα
απόκτησης σπιτιού, ειδικά σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Βρετανία,
η Γερμανία και ο Καναδάς. Παρά τις προσδοκίες για σημαντική
διόρθωση στις τιμές των ακινήτων, αυτές υποχώρησαν ελάχιστα,
διατηρώντας τα ακίνητα εκτός οικονομικής εμβέλειας για
πολλούς.
Η κατάσταση αυτή
έχει σοβαρό αντίκτυπο όχι μόνο στις οικονομικές συνθήκες
αλλά και στην ψυχολογία των πολιτών. Πολλά νοικοκυριά
βιώνουν άγχος και αβεβαιότητα σχετικά με τη δυνατότητα
απόκτησης κατοικίας, ειδικά καθώς το στεγαστικό πρόβλημα
παραμένει ανεπίλυτο εδώ και χρόνια. Αυτή η δυσαρέσκεια
εντείνεται από το γεγονός ότι η στέγαση δεν θεωρείται απλώς
ένα περιουσιακό στοιχείο, αλλά και ένα θεμελιώδες κοινωνικό
αγαθό, που σχετίζεται με το δικαίωμα στην αξιοπρεπή
διαβίωση.
Το ΔΝΤ υπογραμμίζει
ότι οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά κατοικίας,
όπως τα στεγαστικά επιτόκια, τα εισοδήματα και οι τιμές των
σπιτιών, παρουσιάζουν διακυμάνσεις εδώ και δεκαετίες. Μετά
την πανδημία, η ταυτόχρονη άνοδος των τιμών και των
επιτοκίων περιόρισε σημαντικά τη δυνατότητα των νοικοκυριών
να επενδύσουν σε κατοικίες. Ωστόσο, η λύση στο πρόβλημα δεν
περιορίζεται απλώς στη μείωση των επιτοκίων, καθώς αυτό δεν
αρκεί για να διορθώσει τις δομικές ανεπάρκειες της αγοράς.
Για την
αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, απαιτείται μια σειρά
από στοχευμένες παρεμβάσεις. Μεταρρυθμίσεις στους
οικοδομικούς κανονισμούς και μέτρα που ενισχύουν την
προσφορά προσιτών κατοικιών είναι ζωτικής σημασίας.
Παράλληλα, η παροχή κινήτρων στις κατασκευαστικές εταιρείες
και η στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών μπορούν να
ανακουφίσουν άμεσα τις κοινωνικές ομάδες που πλήττονται
περισσότερο. Αν και οι αλλαγές αυτές δεν είναι εύκολο να
εφαρμοστούν, η αναγκαιότητά τους είναι προφανής, καθώς το
στεγαστικό πρόβλημα δεν επηρεάζει μόνο την οικονομία, αλλά
και την κοινωνική συνοχή.
|
Θετικά συμπεράσματα
Ενδιαφέροντα και
θετικά θα λέγαμε πως είναι τα όσα αναφέρονται παρακάτω
έκθεση:
Η συντριπτική
πλειονότητα των νέων διδακτόρων δεν σκοπεύει να φύγει στο
άμεσο μέλλον από την χώρα, σύμφωνα με τα στοιχεία
της Εθνικού Κέντρου Τεκτμηρίωσης και Ηλεκτρονικού
Περιεχομένου (ΕΚΤ) που περιλαμβάνονται στην έκδοση για τους
διδάκτορες που αποφοίτησαν από τα ελληνικά ΑΕΙ το 2023, με
τις γυναίκες να υπερτερούν των ανδρών με ποσοστό 52,5%
έναντι 47,5%.
Ειδικότερα, από
τους 2.037 νέους διδάκτορες το 85,9% δεν έχει στα άμεσα
σχέδια του να φύγει εκτός Ελλάδας ενώ από όσους σκοπεύουν να
εγκατασταθούν στο άμεσο μέλλον στο άμεσο μέλλον μόνιμα στο
εξωτερικό προέρχονται από τις Φυσικές Επιστήμες (33,8%), ενώ
ακολουθούν όσοι εξειδικεύονται στην Ιατρική και στις
Επιστήμες Υγείας (21,3%) και όσοι προέρχονται από τις
Επιστήμες Μηχανικού και Τεχνολογία (19,5%). Αντίστοιχα, η
πλειονότητα όσων δεν σκοπεύουν να μεταναστεύσουν, προέρχεται
από δύο επιστημονικά πεδία, τις Κοινωνικές Επιστήμες (13,6%)
και τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες & Τέχνες (7,3%).
Η συνέχιση της
ερευνητικής δραστηριότητας φαίνεται ότι αποτελεί τον βασικό
λόγο για την προοπτική μόνιμης εγκατάστασης των νέων
διδακτόρων εκτός χώρας (46,0%), ενώ έπεται η επαγγελματική
απασχόληση σε οποιοδήποτε είδος θέσης εργασίας, εκτός
έρευνας (25,4%) και η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία (19,5%).
Στην κορυφή το ΕΚΠΑ
Oι περισσότερες
διδακτορικές διατριβές εκπονήθηκαν στο Εθνικό και
Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ) και το Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με ποσοστά 21,7% και 18,3%,
αντίστοιχα. Ακολουθούν το Πανεπιστήμιο Πατρών (8,9%), το
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (7,5%), το Πανεπιστήμιο
Θεσσαλίας (6,3%), το Πανεπιστήμιο Κρήτης (6%), και το
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (5,1%). Τα μερίδια των υπόλοιπων
Πανεπιστημίων, από τα οποία αναγορεύθηκαν οι διδάκτορες το
2023 είναι χαμηλότερα του 5%.
Ο κυριότερος λόγος
για την πραγματοποίηση διδακτορικής έρευνας ήταν
το προσωπικό ενδιαφέρον σε ποσοστό 58,5% και ακολουθεί με
21,7% η προοπτική ακαδημαϊκής καριέρας και με 17,7% η
πρόσβαση σε καλύτερες ακαδημαϊκές σπουδές.
Η πλειονότητα των
διδακτόρων ολοκληρώνει τις διδακτορικές σπουδές σε τέσσερα
έως έξι έτη: 17,6% σε τέσσερα, 21,7% σε πέντε και 16,8% σε
έξι. Σημαντικό ποσοστό αποτελούν και όσοι χρειάστηκαν πάνω
από 9 έτη (11,5%). Ποσοστό 15,8% των νέων διδακτόρων
διέμειναν στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια των διδακτορικών
τους σπουδών.
Σημειώνεται ότι οι
σπουδές διδακτορικού επιπέδου (ISCED8) συνεπάγονται την
εκπόνηση πρωτότυπης διατριβής, συνήθως μετά την απόκτηση
μεταπτυχιακού διπλώματος (ISCED7), και η διατριβή αποτελεί
εξ ορισμού ερευνητική δραστηριότητα. Σύμφωνα με το πλαίσιο
που διέπει τις συγκεκριμένες σπουδές, ο ελάχιστος χρόνος
φοίτησης για απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος είναι έξι
(6) εξάμηνα και στις περισσότερες περιπτώσεις ορίζεται
μέγιστος συνολικός χρόνος απόκτησης διδακτορικού διπλώματος
από τον κανονισμό μεταπτυχιακών/διδακτορικών σπουδών του
οικείου ιδρύματος ή τμήματος.
Σε ό,τι αφορά την
κατανομή ανά φύλο των νέων διδακτόρων, οι γυναίκες νέοι
διδάκτορες υπερτερούν των ανδρών, με ποσοστό 52,5% έναντι
47,5%. Ακόμα, οι περισσότεροι από τους νέους διδάκτορες του
2023 ανήκουν στις ηλικιακές ομάδες ηλικιακές ομάδες 25-34
ετών (41,6%) και 35-44 ετών (36,3%), είναι άγαμοι (54,4%)
και δεν έχουν παιδιά (64,6%). Η μεγάλη πλειονότητα των νέων
διδακτόρων (94,1%) απέκτησαν τον πρώτο ακαδημαϊκό τους τίτλο
(βασικό τίτλο σπουδών, πτυχίο) από ελληνικό ίδρυμα, ενώ
ποσοστό 86,6% έχουν μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών.
Οι περισσότερες
διατριβές εντάσσονται στο πεδίο των Φυσικών Επιστημών
(24,8%) και της Ιατρικής & Επιστημών Υγείας (24,1%), ενώ
ακολουθούν οι Κοινωνικές Επιστήμες (23,3%). Έπονται οι
Ανθρωπιστικές Επιστήμες (17,6%), οι Επιστήμες Μηχανικού &
Τεχνολογία (15,9%), και οι Γεωπονικές Επιστήμες &
Κτηνιατρική (4,7%). Υπεροχή των γυναικών καταγράφεται στα
πεδία των Γεωπονικών Επιστημών, Κοινωνικών Επιστημών, της
Ιατρικής & Επιστημών Υγείας καθώς και των Ανθρωπιστικών
Επιστημών (66,3%, 57,8%, 56,7%, και 54,9%, αντίστοιχα).
Ποιοτικά στοιχεία
Τα τελευταία τρία
χρόνια καταγράφεται αύξηση που ποσοστού των διατριβών που
εντάσσονται στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες και τις Γεωπονικές
Επιστήμες & Κτηνιατρική και μείωση στο ποσοστό αυτών που
εντάσσονται στην Ιατρική & Επιστήμες Υγείας
Η συμμετοχή των
γυναικών είναι χαμηλότερη στο πεδίο των Φυσικών Επιστημών
(48,56%) και, κυρίως, στο πεδίο των Επιστημών Μηχανικού &
Τεχνολογίας (34,3%). Όσον αφορά τις επιστημονικές εκροές που
συνδέονται με τη διδακτορική έρευνα των νέων διδακτόρων, η
δημοσίευση σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό (55,6%), η
συμμετοχή σε διεθνές συνέδριο (54,0%), και η δημοσίευση σε
πρακτικά συνεδρίου (51,5%) αποτελούν τις κυριότερες επιλογές
των νέων διδακτόρων του 2023.
Σε ποσοστό 54%, η
έρευνα των νέων διδακτόρων οδηγεί στη δημιουργία νέων
ερευνητικών δεδομένων ή την ανάπτυξη κώδικα προγραμματισμού.
Το 37,7% των νέων διδακτόρων απάντησε ότι στις επιστημονικές
εκροές που συνδέονται με τη διδακτορική τους έρευνα
περιλαμβάνεται η δημιουργία νέων ερευνητικών δεδομένων, το
4,0% η ανάπτυξη κώδικα προγραμματισμού ενώ για το 12,3% οι
επιστημονικές εκροές συμπεριλαμβάνουν τόσο δεδομένα, όσο και
ανάπτυξη κώδικα προγραμματισμού. Η πλειονότητα των νέων
διδακτόρων (ποσοστό 73%) χρησιμοποίησε το διαδίκτυο για τη
διάχυση των ερευνητικών αποτελεσμάτων. Από αυτούς, το 57,6%
απάντησε ότι η διάχυση έγινε μέσα από εξειδικευμένο
ακαδημαϊκό προφίλ ή ιστοσελίδα επιστημονικής δικτύωσης (π.χ.
Academia, ORCID κ.λπ.), 40,5% αξιοποίησε για αυτό τον σκοπό
μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter, LinkedIn
κ.λπ.), και 27,3% έκανε χρήση της ιστοσελίδας του
πανεπιστημίου ή του φορέα στον οποίο εργάζεται.
Η χρηματοδότηση
Το 50,9% των νέων
διδακτόρων του 2023 χρηματοδοτήθηκαν για την εκπόνηση της
διδακτορικής τους διατριβής. Για όσους έλαβαν χρηματοδότηση
για τις διδακτορικές τους σπουδές, η κύρια πηγή ήταν η λήψη
υποτροφίας (64,0%) και η απασχόληση σε ερευνητικό έργο που
περιλαμβάνει αυτούσιο μέρος ή το σύνολο της διδακτορικής
διατριβής (19,3%). Και στις δύο περιπτώσεις, σημαντική είναι
η χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους (ΙΚΥ, ΕΛΙΔΕΚ, ΕΣΠΑ,
κ.λπ.) από υποτροφία ή από συμμετοχή σε ερευνητικό έργο που
σχετίζεται με τη διδακτορική έρευνα.
Για όσους δεν
έλαβαν χρηματοδότηση για τις διδακτορικές τους σπουδές, η
κύρια πηγή χρηματοδότησης ήταν η μισθωτή απασχόληση, η οποία
θεωρείται και ως χρηματοδότηση με ίδιους πόρους.
Αναλυτικότερα, οι
περισσότεροι διδάκτορες που δεν χρηματοδοτήθηκαν
απασχολούνταν ως μισθωτοί είτε σε μόνιμη εργασία (55,2%)
είτε σε προσωρινή εργασία (12,7%). Υψηλά ποσοστά
χρηματοδότησης έχουν όσοι εκπόνησαν τη διδακτορική τους
διατριβή στις Φυσικές Επιστήμες (75,3%), τις Επιστήμες
Μηχανικού και Τεχνολογία (67,5%) και τις Γεωπονικές
Επιστήμες και Κτηνιατρική (67,0%). Αντίθετα, χαμηλά είναι τα
ποσοστά χρηματοδότησης στην Ιατρική και Επιστήμες Υγείας
(32,2%) και τις Κοινωνικές Επιστήμες (33,8%). Στις
Ανθρωπιστικές Επιστήμες το ποσοστό χρηματοδότησης είναι
44,1%.
Δείτε ολόκληρη την
έκθεση ΕΔΩ
|
Τουρισμός
Η συνολική εικόνα
του ελληνικού τουρισμού για το 2023, σύμφωνα με τα δεδομένα
που παρουσιάστηκαν σε πρόσφατη έκθεση, επισημαίνει σημαντικά
επιτεύγματα, αλλά και προκλήσεις που απαιτούν στρατηγική
διαχείριση. Ακολουθούν μερικά από τα κύρια σημεία:
Επιτεύγματα και
Θετικές Εξελίξεις:
Αύξηση Εσόδων:
Τα συνολικά έσοδα
από τον τουρισμό ανήλθαν στα 20,7 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας τα
επίπεδα του 2019 κατά 14%.
Η μέση δαπάνη ανά
επίσκεψη αυξήθηκε κατά 13% (από 482 ευρώ το 2019 σε 546 ευρώ
το 2023).
Επιτυχίες
Περιφερειών:
Οι Περιφέρειες
Νοτίου Αιγαίου, Κρήτης, Αττικής, Ιονίων Νήσων και Ηπείρου
παρουσίασαν αυξημένα έσοδα. Η Κρήτη σημείωσε εντυπωσιακή
αύξηση 44% στα έσοδα από το 2019.
Ικανοποίηση
Επισκεπτών:
Η μέση βαθμολογία
εμπειρίας ανήλθε σε 9,1/10, με την πολιτιστική εμπειρία να
ξεχωρίζει ιδιαίτερα (9,3-9,4).
Αύξηση
Διανυκτερεύσεων μέσω Airbnb:
Καταγράφηκε αύξηση
34% στις διανυκτερεύσεις μέσω πλατφορμών βραχυχρόνιας
μίσθωσης από το 2019.
Αύξηση στην
Κρουαζιέρα:
Οι αφίξεις επιβατών
κρουαζιέρας αυξήθηκαν κατά 26% από το 2019, ενώ τα έσοδα
αυξήθηκαν κατά 70%.
Προκλήσεις και
Ζητήματα:
Μείωση
Διανυκτερεύσεων:
Οι συνολικές
διανυκτερεύσεις παρουσίασαν μείωση κατά 2% σε σχέση με το
2019, με τις περισσότερες Περιφέρειες να καταγράφουν πτώση.=
Ανισότητες Ανάμεσα
στις Περιφέρειες:
Ενώ κάποιες
Περιφέρειες πέτυχαν εντυπωσιακή αύξηση εσόδων, άλλες, όπως η
Κεντρική Μακεδονία και η Ανατολική Μακεδονία & Θράκη,
παρουσίασαν σημαντική πτώση (-33% και -26% αντίστοιχα).
Εποχικότητα:
Το 79-85% των
αφίξεων και των εσόδων συγκεντρώνεται στην καλοκαιρινή
περίοδο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για επέκταση της
τουριστικής περιόδου.
Βιωσιμότητα και
Ισορροπία:
Ερωτήματα
εγείρονται σχετικά με το πώς θα επιτευχθεί βιώσιμη ανάπτυξη,
μειώνοντας την υπερσυγκέντρωση σε δημοφιλείς προορισμούς.
Ευκαιρίες και
Προτάσεις:
Ανάπτυξη
Πολιτιστικού Τουρισμού:
Η υψηλή βαθμολογία
της πολιτιστικής εμπειρίας υποδεικνύει ότι η αξιοποίηση του
πολιτιστικού πλούτου μπορεί να προσφέρει νέες δυνατότητες
για εμπλουτισμό του τουριστικού προϊόντος.
Επέκταση
Τουριστικής Δραστηριότητας:
Θετικές
αξιολογήσεις σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές δείχνουν τη
δυνατότητα ανάπτυξης σε περιφερειακούς προορισμούς.
Επένδυση σε
Στρατηγική Βιωσιμότητας:
Ο σχεδιασμός μιας
στρατηγικής που θα προάγει τη χωρική και χρονική διασπορά
της τουριστικής δραστηριότητας μπορεί να συμβάλει στη μείωση
της πίεσης σε κορεσμένους προορισμούς.
Αξιοποίηση Ψηφιακών
Δεδομένων:
Η ανάλυση δεδομένων
από πλατφόρμες, όπως το Airbnb και το Booking, προσφέρει
σημαντική εικόνα για την κατανόηση των τάσεων και των
αναγκών των επισκεπτών.
Η Ελλάδα, έχοντας
ενισχύσει τη θέση της ως κορυφαίος τουριστικός προορισμός,
μπορεί να επιδιώξει περαιτέρω ανάπτυξη, στοχεύοντας σε
βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη που ωφελεί τόσο τις τοπικές
κοινότητες όσο και την εθνική οικονομία.
|