|
Η Αμερική
παραμένει η κορυφαία χώρα στον κόσμο για όποιον θέλει να
δημιουργήσει μεγάλη περιουσία. Για κάποιους αυτό αποτελεί
λόγο πανηγυρισμού, ενώ για άλλους είναι η πιο χαρακτηριστική
απόδειξη ότι ο καπιταλισμός παράγει υπερβολικές ανισότητες.
Για έναν οικονομολόγο, ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα δεν
είναι αν πρέπει να υπάρχουν δισεκατομμυριούχοι ή ακόμη και
τρισεκατομμυριούχοι, αλλά ποιο είναι το εναλλακτικό μοντέλο.
Μια τέτοια
εναλλακτική βρίσκεται στην Ευρώπη. Εκεί, οι θεσμοί, η
φορολογία και η κοινωνική πολιτική λειτουργούν σε μεγάλο
βαθμό με τρόπο που περιορίζει τη δυνατότητα συσσώρευσης
ακραίου πλούτου. Παράλληλα, όμως, σημαντικό μέρος της
περιουσίας μεταφέρεται από τη μία γενιά στην άλλη, αντί να
δημιουργείται εκ νέου.
Η Φλωρεντία
αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι
πλουσιότερες οικογένειές της βρίσκονται στην κορυφή της
κοινωνικής και οικονομικής πυραμίδας εδώ και περίπου έξι
αιώνες, με ελάχιστες αλλαγές στη σύνθεση της οικονομικής
ελίτ. Πρόκειται ασφαλώς για ακραία περίπτωση, όχι όμως για
φαινόμενο που είναι εντελώς ξένο προς την Ευρώπη. Σε αρκετές
ευρωπαϊκές χώρες, οι οικογένειες που ελέγχουν τις
μεγαλύτερες περιουσίες παραμένουν πλούσιες επί πολλές
γενιές.
Στις ΗΠΑ η
εικόνα είναι διαφορετική. Οι μεγαλύτερες περιουσίες
συνδέονται πολύ συχνότερα με ανθρώπους που δημιούργησαν οι
ίδιοι τον πλούτο τους. Και αυτή η διαφορά δεν αποτελεί απλώς
προϊόν διαφορετικής κουλτούρας. Αντανακλά και τις πολιτικές
και φορολογικές επιλογές των δύο πλευρών του Ατλαντικού.
Μια
χαρακτηριστική μελέτη δύο οικονομολόγων το 2007 ανέδειξε μια
ενδιαφέρουσα μεταβολή στη σύνθεση της αμερικανικής
οικονομικής ελίτ. Στη δεκαετία του 1960, οι γυναίκες
αντιπροσώπευαν περίπου το ήμισυ του πλουσιότερου 0,01% του
πληθυσμού. Στις αρχές του 21ου αιώνα, το ποσοστό είχε
μειωθεί κάτω από το ένα τρίτο.
Μία από τις
πιθανές εξηγήσεις είναι ότι αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των
ανδρών που δημιούργησαν μόνοι τους τεράστιες περιουσίες και
έφτασαν στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας. Όταν ο
πλούτος προέρχεται από κληρονομιά, άνδρες και γυναίκες έχουν
περίπου ίση εκπροσώπηση. Αντίθετα, επειδή οι γυναίκες
εξακολουθούν να έχουν μικρότερη πιθανότητα να δημιουργήσουν
μόνες τους τεράστιες περιουσίες, η περιορισμένη παρουσία
τους στην κορυφή αποτελεί ένδειξη της κυριαρχίας των
αυτοδημιούργητων επιχειρηματιών στην αμερικανική οικονομική
ελίτ.
Η διαφορά
γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάζεται η κληρονομική
διαδοχή. Ο Αμερικανός φιλάνθρωπος και πρώην διαχειριστής
hedge fund Τζον Άρνολντ έχει επισημάνει ότι σε ορισμένες
ευρωπαϊκές χώρες το 50% έως 75% μιας περιουσίας μπορεί,
βάσει των κανόνων κληρονομικής διαδοχής, να καταλήγει
υποχρεωτικά στους κληρονόμους.
Δεν είναι λοιπόν
τυχαίο ότι μεταξύ των Ευρωπαίων που έχουν υπογράψει το
Giving Pledge, δηλαδή τη δέσμευση να διαθέσουν το μεγαλύτερο
μέρος της περιουσίας τους για φιλανθρωπικούς σκοπούς,
υπάρχουν πολύ λιγότεροι σε σχέση με τις ΗΠΑ.
Ένας βασικός
λόγος είναι ότι στην Ευρώπη σημαντικό μέρος της κοινωνικής
αλληλεγγύης και της αναδιανομής πραγματοποιείται μέσω του
κράτους. Οι υψηλότεροι φόροι χρηματοδοτούν ένα ευρύτερο
σύστημα κοινωνικής προστασίας, ενώ παράλληλα περιορίζουν τη
δυνατότητα συσσώρευσης ακραίων περιουσιών.
Η ευρωπαϊκή
επιλογή δεν αφορά μόνο την αναδιανομή. Αντικατοπτρίζει μια
διαφορετική αντίληψη για την οικονομική ασφάλεια. Η
υψηλότερη φορολογία εισοδήματος και κατανάλωσης, σε
συνδυασμό με αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο για επιχειρήσεις
και χρηματοπιστωτικές αγορές, μπορεί να δυσκολεύει την
ταχεία δημιουργία μιας εξαιρετικά επιτυχημένης επιχείρησης.
Από την άλλη πλευρά, προσφέρει μεγαλύτερη προστασία στους
εργαζομένους και μεγαλύτερη οικονομική προβλεψιμότητα.
Η πραγματική
σημασία είναι οι ευκαιρίες
Οι υπερασπιστές
των πολύ πλούσιων —και μεταξύ αυτών συγκαταλέγομαι— θα
υποστήριζαν ότι το βασικό ζητούμενο για μια οικονομία δεν
είναι να περιορίζει τον ακραίο πλούτο, αλλά να προσφέρει
πραγματικές ευκαιρίες κοινωνικής και οικονομικής ανόδου.
Σε αυτό το
σημείο, η εικόνα της Ευρώπης γίνεται πιο σύνθετη.
Ορισμένες
ευρωπαϊκές χώρες είναι σαφώς πιο ισότιμες από τις ΗΠΑ. Στη
Δανία, για παράδειγμα, λιγότερο από το 20% των εισοδηματικών
πλεονεκτημάτων μεταφέρεται από τους γονείς στα παιδιά,
έναντι περίπου 50% στις ΗΠΑ. Σε συνολικό επίπεδο, η
κινητικότητα του πλούτου εμφανίζεται επίσης μεγαλύτερη στη
Δανία.
Αυτό όμως δεν
σημαίνει ότι η οικογενειακή περιουσία παύει να έχει σημασία.
Στα υψηλότερα επίπεδα πλούτου, η σχέση ανάμεσα στην
οικονομική κατάσταση των γονέων και εκείνη των παιδιών
παραμένει εξαιρετικά ισχυρή. Το να είναι κάποιος πλούσιος
ήδη από την παιδική ηλικία ή τα πρώτα χρόνια της ενήλικης
ζωής του —συνήθως λόγω κληρονομιάς— αποτελεί ισχυρό
παράγοντα πρόβλεψης για το αν θα εξακολουθήσει να είναι
πλούσιος και στα 45 του.
Έτσι, η σύγκριση
ΗΠΑ και Ευρώπης καταλήγει σε ένα δύσκολο ερώτημα: τι θεωρεί
μια κοινωνία σημαντικότερο; Να προσφέρει μεγαλύτερη
ασφάλεια, κοινωνική προστασία και περισσότερες πιθανότητες
ένταξης στη μεσαία τάξη ακόμη και σε ανθρώπους που δεν
γεννήθηκαν σε αυτήν ή να διατηρεί ένα σύστημα που επιτρέπει
σε ορισμένους να δημιουργήσουν περιουσίες σχεδόν ασύλληπτου
μεγέθους;
Δεν υπάρχει μία
αντικειμενικά σωστή απάντηση. Σε μεγάλο βαθμό, πρόκειται για
ζήτημα κοινωνικών αξιών και, πάνω απ’ όλα, για τον τρόπο με
τον οποίο κάθε κοινωνία αντιλαμβάνεται το ρίσκο.
Η Ευρώπη δεν
στερείται ασφαλώς αυτοδημιούργητων δισεκατομμυριούχων. Το
μοντέλο της, όμως, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνική
προστασία, στην ασφάλεια, στη φορολόγηση των υψηλών
εισοδημάτων και σε ένα αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο. Το
αποτέλεσμα είναι περισσότερες κρατικές παροχές, ισχυρότερη
προστασία των εργαζομένων και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα.
Το τίμημα είναι
ότι γίνεται πολύ δυσκολότερο για κάποιον που δεν γεννήθηκε
πλούσιος να γίνει δισεκατομμυριούχος — ή ακόμη και
εκατομμυριούχος.
Το αμερικανικό
στοίχημα του ρίσκου
Το αμερικανικό
μοντέλο είναι πολύ πιο ανεκτικό απέναντι στο επιχειρηματικό
και οικονομικό ρίσκο. Και μαζί με το ρίσκο αποδέχεται και τη
μεγάλη ανταμοιβή: την πιθανότητα ένας επιχειρηματίας να
δημιουργήσει μέσα σε μία γενιά τεράστια περιουσία.
Εκ πρώτης όψεως,
το ευρωπαϊκό μοντέλο μπορεί να φαίνεται προτιμότερο. Γιατί
να μην είναι καλύτερη μια οικονομία που επιτρέπει σε
περισσότερους ανθρώπους να φτάσουν στη μεσαία τάξη αντί να
επιτρέπει σε μια μικρή ομάδα να συγκεντρώνει περιουσίες
δισεκατομμυρίων;
Υπάρχει όμως μια
παράμετρος που συχνά παραβλέπεται. Οι Αμερικανοί της μεσαίας
τάξης —και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και τμήματα της
χαμηλότερης μεσαίας τάξης— απολαμβάνουν συχνά υψηλότερο
επίπεδο υλικής διαβίωσης από τους Ευρωπαίους που βρίσκονται
στην αντίστοιχη κοινωνική κατηγορία.
Και αυτό
συνδέεται, τουλάχιστον εν μέρει, με τον ίδιο μηχανισμό που
δημιουργεί τους Αμερικανούς δισεκατομμυριούχους.
Οι τεχνολογικές
και επιχειρηματικές καινοτομίες που μπορούν να μετατρέψουν
έναν επιχειρηματία σε πολυδισεκατομμυριούχο δημιουργούν
ταυτόχρονα νέα προϊόντα και υπηρεσίες, αυξάνουν την
παραγωγικότητα και βελτιώνουν την καθημερινότητα
εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η Αμερική,
επομένως, δεν είναι απλώς μια χώρα όπου ορισμένοι άνθρωποι
γίνονται εξαιρετικά πλούσιοι. Είναι και μια οικονομία που
επιτρέπει σε νέες επιχειρηματικές ιδέες να αναπτυχθούν με
ταχύτητα και να δημιουργήσουν τεράστια οικονομική αξία.
Το πραγματικό
δίλημμα δεν είναι λοιπόν απλώς «δισεκατομμυριούχοι ή
ισότητα». Είναι μια επιλογή ανάμεσα σε δύο διαφορετικές
οικονομικές φιλοσοφίες: από τη μία, ένα σύστημα που
περιορίζει περισσότερο τις ανισότητες και προσφέρει
μεγαλύτερη ασφάλεια και, από την άλλη, ένα σύστημα που
αποδέχεται μεγαλύτερο ρίσκο και μεγαλύτερες ανισότητες, με
αντάλλαγμα την πιθανότητα πολύ υψηλότερης οικονομικής
ανταμοιβής.
Ναι, στην
Αμερική περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να γίνουν πλούσιοι. Το
ερώτημα είναι αν, μαζί με αυτούς, μπορεί να πλουτίζει τελικά
και η κοινωνία στο σύνολό της.
|