|
Για δεκαετίες, η απόκτηση κατοικίας
αποτελούσε τον βασικό δρόμο προς τη δημιουργία και τη
διατήρηση οικογενειακού πλούτου. Οι Baby Boomers
και η Gen X στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό
στην άνοδο της αξίας των ακινήτων, θεωρώντας την ιδιοκτησία
κατοικίας σχεδόν συνώνυμη με την οικονομική ασφάλεια. Για τη
Gen Z, όμως, το επενδυτικό τοπίο αλλάζει,
καθώς ολοένα περισσότεροι νέοι στρέφονται στις
χρηματιστηριακές αγορές, αναζητώντας ευκαιρίες σε μετοχές
και επενδυτικά κεφάλαια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το
εντυπωσιακό ράλι της Nvidia.
Η αλλαγή αυτή
δεν είναι απλώς θέμα διαφορετικής επενδυτικής κουλτούρας.
Αντανακλά μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο
δημιουργείται και κατανέμεται ο παγκόσμιος πλούτος.
Σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου McKinsey,
ο παγκόσμιος πλούτος των νοικοκυριών αυξήθηκε στα
570 τρισ. δολάρια κατά τη δεκαετία 2015-2025.
Εντυπωσιακή είναι, ωστόσο, η διαφορετική πορεία των βασικών
κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων. Η αξία των ακινήτων
παρέμεινε περίπου σταθερή στο 240% του παγκόσμιου
ΑΕΠ, ενώ η χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση των
μετοχών αυξήθηκε από περίπου 90% σε 130% του
παγκόσμιου ΑΕΠ.
Με άλλα λόγια, η
«σκάλα» προς τη δημιουργία πλούτου φαίνεται να μετατοπίζεται
σταδιακά από την ιδιοκτησία ακινήτων προς τα
χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα ακίνητα
παραμένουν ο βασιλιάς του πλούτου
Η αλλαγή αυτή
δεν σημαίνει ότι τα ακίνητα έχασαν τη σημασία τους.
Αντίθετα, εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία
ενεργητικού στον παγκόσμιο ισολογισμό.
Ιστορικά, η κατοικία αποτέλεσε έναν από τους
ασφαλέστερους τρόπους συσσώρευσης περιουσίας. Και υπήρχαν
σοβαροί λόγοι γι' αυτό. Μελέτη των οικονομολόγων Oscar
Jordà, Moritz Schularick και Alan Taylor, η οποία εξέτασε
τις αποδόσεις διαφορετικών περιουσιακών στοιχείων σε 16
ανεπτυγμένες οικονομίες από το 1870 έως το 2015, έδειξε ότι
τα ακίνητα απέδιδαν περίπου 7% ετησίως σε
πραγματικούς όρους, αντίστοιχη απόδοση με εκείνη
των μετοχών, αλλά με μικρότερη μεταβλητότητα.
Υπάρχει και ένα
επιπλέον πλεονέκτημα: η ιδιοκατοίκηση προστατεύει τον
ιδιοκτήτη από τις μελλοντικές αυξήσεις του κόστους στέγασης.
Ένα νοικοκυριό που έχει αποπληρώσει την κατοικία του δεν
είναι εκτεθειμένο στις ίδιες πιέσεις ενοικίων που
αντιμετωπίζει ένας ενοικιαστής.
Ωστόσο, η εικόνα
έχει αρχίσει να αλλάζει. Η αξία των ακινήτων ως ποσοστό του
παγκόσμιου ΑΕΠ βρέθηκε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μετά την
παγκόσμια στεγαστική φούσκα του 2008 και στη συνέχεια
σημείωσε νέα άνοδο κατά την περίοδο της πανδημίας, όταν η
μεγάλη πτώση των επιτοκίων και η αυξημένη ζήτηση για
κατοικίες ενίσχυσαν τις τιμές.
Σήμερα, η αγορά
κατοικίας σε πολλές χώρες βρίσκεται ήδη σε επίπεδα που
καθιστούν δύσκολη την είσοδο των νεότερων γενεών.
Η νέα γενιά
κοιτάζει τις μετοχές
Την ίδια στιγμή,
η άνοδος των χρηματιστηριακών αγορών και ιδιαίτερα των
τεχνολογικών εταιρειών δημιουργεί μια διαφορετική επενδυτική
διαδρομή.
Η ενίσχυση των
αποτιμήσεων των μετοχών, μέσω υψηλότερων πολλαπλασιαστών
κερδών και της ισχυρής ανάπτυξης των τεχνολογικών κολοσσών
της Σίλικον Βάλεϊ, έχει καταστήσει ξανά τις μετοχές
ελκυστικό όχημα μακροπρόθεσμης αποταμίευσης.
Η τάση είναι ιδιαίτερα εμφανής στη
Βόρεια Αμερική και τις σκανδιναβικές χώρες, ενώ
είναι λιγότερο έντονη σε ορισμένες νεότερα ανεπτυγμένες
οικονομίες, όπως η Νότια Κορέα.
Η αλλαγή είναι
ακόμη πιο σημαντική επειδή αφορά τις νεότερες γενιές. Στην
Ευρώπη, όπου η συμμετοχή των νοικοκυριών στις
χρηματιστηριακές αγορές παραδοσιακά υπολείπεται σημαντικά
εκείνης των ΗΠΑ, στοιχεία της ING δείχνουν ότι οι νεότεροι
αποταμιεύουν πιο συστηματικά σε σχέση με τις μεγαλύτερες
ηλικίες.
Οι τελευταίες
εξακολουθούν να διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου
τους σε ακίνητα, ενώ οι νεότεροι κατευθύνουν ολοένα
μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεών τους προς επενδυτικά
κεφάλαια και χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Η τεχνολογία
αλλάζει και τη συμπεριφορά των αποταμιευτών
Η εξέλιξη αυτή
συνδέεται και με τον τρόπο πρόσβασης στις αγορές. Η
ψηφιοποίηση των επενδύσεων, οι διαδικτυακές πλατφόρμες και η
ευκολότερη πρόσβαση σε ETF και αμοιβαία κεφάλαια έχουν
μειώσει σημαντικά τα εμπόδια που αντιμετώπιζε στο παρελθόν
ένας μικρός επενδυτής.
Ένας νέος
εργαζόμενος δεν χρειάζεται πλέον να συγκεντρώσει ένα μεγάλο
κεφάλαιο για να αποκτήσει έκθεση σε μια ευρεία αγορά
μετοχών. Μπορεί να επενδύει σταδιακά μικρά ποσά,
δημιουργώντας ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο σε βάθος
χρόνου.
Αυτό
διαφοροποιεί ουσιαστικά την επενδυτική στρατηγική από εκείνη
των προηγούμενων γενεών, για τις οποίες η αγορά κατοικίας
ήταν συχνά το πρώτο και σημαντικότερο μεγάλο επενδυτικό
βήμα.
Η νέα
πραγματικότητα, ωστόσο, δεν είναι χωρίς κινδύνους.
Ο κίνδυνος μιας
νέας χρηματιστηριακής φούσκας
Όσο μεγαλύτερο
μέρος της οικογενειακής περιουσίας μεταφέρεται στις μετοχές,
τόσο αυξάνεται και η έκθεση των νοικοκυριών σε μια πιθανή
χρηματιστηριακή διόρθωση.
Η σημερινή
άνοδος των αγορών συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τις
προσδοκίες γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και την κερδοφορία
των μεγάλων τεχνολογικών επιχειρήσεων. Εάν οι προσδοκίες
αποδειχθούν υπερβολικές, οι υψηλές αποτιμήσεις μπορούν να
υποχωρήσουν απότομα, προκαλώντας σημαντικές απώλειες σε
επενδυτές που έχουν τοποθετήσει μεγάλο μέρος των
αποταμιεύσεών τους στην αγορά.
Ωστόσο, το
επιχείρημα ότι τα ακίνητα αποτελούν ασφαλέστερη επιλογή δεν
είναι πλέον αυτονόητο.
Η
χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 απέδειξε ότι οι τιμές των
κατοικιών μπορούν να υποχωρήσουν σημαντικά, ενώ η πανδημία
και η απότομη άνοδος των επιτοκίων έδειξαν ότι ακόμη και μια
αγορά που θεωρείται παραδοσιακά «ασφαλής» μπορεί να υποστεί
μεγάλες διακυμάνσεις.
Η διαφοροποίηση,
επομένως, αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την επιλογή μίας και
μόνο κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων.
Από την κατοικία
ως επένδυση στην κατοικία ως αγαθό
Η μετατόπιση από
τα ακίνητα προς τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις μπορεί να
έχει και ευρύτερες οικονομικές συνέπειες.
Εάν οι κατοικίες αντιμετωπίζονται κυρίως ως
αγαθό στέγασης και λιγότερο ως επενδυτικό
και κερδοσκοπικό εργαλείο, θα μπορούσε να περιοριστεί η
πίεση στις τιμές των κατοικιών και κατ' επέκταση στο κόστος
διαβίωσης.
Αυτό θα μπορούσε
να διευκολύνει την πρόσβαση των νεότερων νοικοκυριών στη
στέγαση, ιδιαίτερα σε αγορές όπου οι τιμές των κατοικιών
έχουν απομακρυνθεί σημαντικά από τα εισοδήματα.
Παράλληλα, η
μεγαλύτερη συμμετοχή των νοικοκυριών στις κεφαλαιαγορές
μπορεί να ενισχύσει τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και να
διοχετεύσει περισσότερα κεφάλαια σε παραγωγικές επενδύσεις.
Η μετάβαση,
λοιπόν, από την «κοινωνία των ιδιοκτητών ακινήτων» σε μια
κοινωνία με μεγαλύτερη συμμετοχή στις κεφαλαιαγορές δεν
είναι απλώς μια αλλαγή επενδυτικής προτίμησης. Μπορεί να
σηματοδοτεί μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι
επόμενες γενιές θα χτίζουν τον πλούτο τους.
Τα ακίνητα
πιθανότατα θα παραμείνουν για πολλά χρόνια το σημαντικότερο
περιουσιακό στοιχείο των νοικοκυριών. Όμως η νέα γενιά
δείχνει να χτίζει μια διαφορετική «σκάλα» οικονομικής
ανόδου: λιγότερο βασισμένη στην ιδιοκτησία κατοικίας και
περισσότερο στις μετοχές, τα ETF και τα επενδυτικά κεφάλαια.
Το αν αυτή η
αλλαγή θα αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από το παραδοσιακό
μοντέλο θα εξαρτηθεί τελικά από τις αποτιμήσεις των αγορών,
τις τιμές των ακινήτων, τα επιτόκια και —κυρίως— από το κατά
πόσο η νέα χρηματιστηριακή εποχή θα στηριχθεί σε πραγματική
αύξηση των κερδών και της παραγωγικότητας και όχι σε μια νέα
περίοδο υπερβολών.
|