|
Το Πεκίνο
προετοιμάζεται για την άφιξη του Ντόναλντ Τραμπ στα μέσα
Μαΐου με αυξημένα μέτρα ασφαλείας, περιορισμούς στις
μετακινήσεις και έντονη διπλωματική κινητικότητα, καθώς η
επίσκεψη – η πρώτη του στην Κίνα εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια
– θεωρείται πιθανό σημείο καμπής στις αμερικανοκινεζικές
σχέσεις. Από την οπτική του Πεκίνου, ο Αμερικανός πρόεδρος
προσέρχεται πλέον σε ένα περιβάλλον πιο δυσμενές σε σχέση με
την τελευταία τους συνάντηση, έξι μήνες πριν στη Νότια
Κορέα.
Η μεταβολή αυτή
δεν αποδίδεται σε συγκυριακούς παράγοντες. Η Ουάσιγκτον,
επιχειρώντας εκ νέου να αξιοποιήσει τη γεωοικονομική της
ισχύ απέναντι στην Κίνα, έχει εισέλθει σε μια περίοδο όπου
οι πιέσεις μέσω δασμών και εμπορικών περιορισμών δεν
αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αντίθετα, η κινεζική
οικονομία εμφανίζει υψηλή προσαρμοστικότητα, μεταφέροντας
μέρος της έντασης στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα.
Η αρχική
στρατηγική των ΗΠΑ επικεντρώθηκε στην αύξηση των δασμών και
στην αναδιάταξη των διεθνών αλυσίδων παραγωγής, με στόχο τη
μείωση της κινεζικής επιρροής. Το Πεκίνο απάντησε με
περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, ασκώντας πίεση σε
κρίσιμους βιομηχανικούς κλάδους της Δύσης. Το αποτέλεσμα
ήταν ένας εμπορικός ανταγωνισμός που σταθεροποιήθηκε
προσωρινά μόνο υπό την απειλή ευρύτερης κρίσης εφοδιασμού.
Η κατάσταση
επιδεινώνεται περαιτέρω από τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη
Μέση Ανατολή, όπου η σύγκρουση Ιράν–Ισραήλ και οι διαταραχές
στο Στενό του Ορμούζ έχουν προκαλέσει έντονη αστάθεια στις
ενεργειακές αγορές. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου
οδήγησε την Ουάσιγκτον σε προσωρινή χαλάρωση ορισμένων
κυρώσεων προς χώρες όπως το Ιράν και η Ρωσία, γεγονός που
αποδυναμώνει πλευρές της προηγούμενης στρατηγικής πίεσης.
Για το Πεκίνο, η
συγκυρία λειτουργεί ως επιβεβαίωση μιας μακροχρόνιας
επιλογής στρατηγικής αυτονομίας. Η κινεζική οικονομία έχει
επενδύσει συστηματικά στην ενεργειακή διαφοροποίηση, στην
ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών και στη διατήρηση ισχυρής
βιομηχανικής βάσης, μειώνοντας την εξάρτηση από εξωτερικές
πηγές. Η ενεργειακή αυτάρκεια προσεγγίζει πλέον υψηλά
επίπεδα για χώρα με τόσο μεγάλο εισαγωγικό προφίλ ενέργειας.
Παράλληλα, η
Κίνα έχει ενισχύσει τη θέση της στις παγκόσμιες εφοδιαστικές
αλυσίδες μέσω κυριαρχίας σε κρίσιμες τεχνολογίες, όπως οι
σπάνιες γαίες, δημιουργώντας εργαλεία επιρροής με
γεωοικονομική σημασία. Αυτοί οι μηχανισμοί, αν και
περιορισμένοι ως ποσοστό του εμπορίου, λειτουργούν ως μοχλοί
πίεσης υψηλής αποτελεσματικότητας.
Στις Ηνωμένες
Πολιτείες, αντίθετα, η εσωτερική πολιτική πίεση αυξάνεται. Η
κυβέρνηση επιδιώκει τη συγκράτηση των τιμών ενέργειας ενόψει
εκλογικών ισορροπιών, όμως η διεθνής αστάθεια περιορίζει τα
περιθώρια σταθεροποίησης. Η αμερικανική στρατηγική ελέγχου
ενεργειακών ροών μέσω περιορισμών σε παραγωγούς όπως το Ιράν
και η Βενεζουέλα αντιμετωπίζει αυξανόμενες προκλήσεις, καθώς
οι παγκόσμιες αγορές έχουν γίνει πιο κατακερματισμένες.
Η διαφορά
ανθεκτικότητας μεταξύ των δύο οικονομιών αποδίδεται σε
διαφορετικές στρατηγικές προετοιμασίας. Η Κίνα, έχοντας ήδη
βιώσει προηγούμενες κρίσεις όπως η πανδημία και ο εμπορικός
πόλεμος με τις ΗΠΑ, έχει υιοθετήσει ένα πιο συγκεντρωτικό
και προληπτικό μοντέλο οικονομικής θωράκισης. Αντίθετα, η
αμερικανική οικονομία παραμένει περισσότερο εκτεθειμένη στις
διακυμάνσεις των αγορών ενέργειας και στις πολιτικές
πιέσεις.
Στο νέο διεθνές
περιβάλλον, η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον στο εμπόριο,
αλλά επεκτείνεται σε ενέργεια, τεχνολογία και
χρηματοπιστωτικά συστήματα. Η χρήση ενεργειακών “στενωπών”
ως εργαλείων ισχύος και η σταδιακή ανάπτυξη εναλλακτικών
μηχανισμών πληρωμών εκτός δολαρίου υποδηλώνουν μια πιο
πολυκεντρική παγκόσμια οικονομική τάξη.
Για την Κίνα, η
παρούσα συγκυρία δεν αποτελεί μόνο πρόκληση αλλά και
ευκαιρία ενίσχυσης της διεθνούς της θέσης, ιδιαίτερα στους
τομείς της πράσινης τεχνολογίας και των εξαγωγών υψηλής
προστιθέμενης αξίας. Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο, υπό αυτό
το πρίσμα, δεν συνιστά απλώς διπλωματικό γεγονός, αλλά
ένδειξη ενός περιβάλλοντος στο οποίο οι συσχετισμοί ισχύος
έχουν ήδη μεταβληθεί.
Το βασικό
ερώτημα πλέον δεν είναι ποια πλευρά θα επιβάλει τους όρους
της, αλλά σε ποιο βαθμό οι δύο δυνάμεις θα μπορέσουν να
συνδιαμορφώσουν ένα νέο πλαίσιο ισορροπίας σε ένα διεθνές
σύστημα που χαρακτηρίζεται από μόνιμη αστάθεια.
|