|
Πριν από περίπου δύο εβδομάδες, σε μια πτήση επιστροφής από
τη Σκωτία, βρέθηκα δίπλα σε μια ομάδα Αμερικανών που, όπως
όλα έδειχναν, είχαν ταξιδέψει για να παίξουν γκολφ. Ένας από
αυτούς φορούσε καπέλο μπέιζμπολ με το σύνθημα «MAGA»,
γεγονός που με έκανε να υποθέσω ότι πιθανότατα είχαν
επισκεφθεί κάποιο από τα γήπεδα του Ντόναλντ Τραμπ.
Ήταν μια ευδιάθετη, θορυβώδης και εξωστρεφής παρέα, που
προφανώς απολάμβανε την εμπειρία της. Ωστόσο, η συμπεριφορά
τους δεν έδειχνε καμία επίγνωση μιας νέας πραγματικότητας:
ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω των επιλογών και της στάσης
της κυβέρνησης Τραμπ, έχουν χάσει σημαντικό μέρος της
διεθνούς τους αξιοπιστίας.
Πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο επιχειρούν πλέον να
προσαρμοστούν σε αυτό το νέο περιβάλλον. Δημοσκοπήσεις
δείχνουν ότι σε αρκετές περιοχές η Κίνα θεωρείται πλέον πιο
προβλέψιμος και σταθερός εταίρος από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, ένα
ευρύ φάσμα διεθνών συμμαχιών βρίσκεται σε διαδικασία
αναθεώρησης, από την Ευρώπη και την Ασία μέχρι τη Μέση
Ανατολή και τη Λατινική Αμερική.
Η ανησυχία στη Μέση Ανατολή
Ένας υψηλόβαθμος στρατιωτικός αξιωματούχος που επέστρεψε
πρόσφατα από τον Κόλπο μεταφέρει ότι, πίσω από τις δημόσιες
διπλωματικές τοποθετήσεις, αρκετοί ηγέτες της περιοχής
εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο η
Ουάσιγκτον σχεδιάζει και εφαρμόζει τη στρατηγική της.
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά την αίσθηση ότι οι ΗΠΑ δεν
παρέχουν πλέον την ίδια ασφάλεια απέναντι στο Ιράν, ενώ οι
αμερικανοϊσραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν
δημιουργήσει νέες εντάσεις στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, από την Ουάσιγκτον προέρχονται συχνά
αντιφατικά ή απρόβλεπτα μηνύματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα
αποτελεί η ανακοίνωση του Τραμπ ότι θα στήριζε ένα
σαουδαραβικό πρόγραμμα μη στρατιωτικής πυρηνικής ενέργειας
και εμπλουτισμού ουρανίου, μια δέσμευση που στη συνέχεια
τροποποιήθηκε μέσω ανάρτησης στα κοινωνικά δίκτυα.
Η αβεβαιότητα γύρω από τέτοιες αποφάσεις ενισχύει τον
προβληματισμό των συμμάχων για το κατά πόσο μπορούν να
βασίζονται στις αμερικανικές εγγυήσεις.
Η αμφιβολία για την Ταϊβάν και την Κίνα
Παρόμοια αβεβαιότητα υπάρχει και στην Ασία. Για δεκαετίες, η
υποστήριξη της ασφάλειας της Ταϊβάν αποτελούσε βασικό
στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή.
Σήμερα, όμως, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα
ποια θα ήταν η αντίδραση του προέδρου Τραμπ σε περίπτωση
κινεζικής στρατιωτικής κίνησης εναντίον του νησιού.
Στο βιβλίο του «Defending Taiwan: A Strategy to Prevent War
with China», ο Eyck Freymann επισημαίνει ότι το Πεκίνο
αυξάνει τις πιέσεις μέσω ενεργειών στη λεγόμενη «γκρίζα
ζώνη», όπως στρατιωτικές ασκήσεις, ναυτικές επιχειρήσεις και
παρεμβάσεις γύρω από την Ταϊβάν.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αντιδράσουν πιο
αποφασιστικά σε αυτές τις τακτικές, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν
υπάρχει σαφής ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί να
ακολουθήσει μια πιο επιθετική γραμμή περιορισμού της
κινεζικής επιρροής.
Ευρώπη και Ασία ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφορετική στάση Ευρώπης
και Ασίας απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ.
Οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται όλο και πιο ανοιχτά επικριτικοί
απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, στους δασμούς και στις
πολιτικές επιλογές της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, παρά τις
συζητήσεις για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, η Ευρώπη
εξακολουθεί να δυσκολεύεται να διαθέσει τους τεράστιους
πόρους που απαιτούνται για την ενίσχυση της άμυνάς της.
Στην Ασία, αντίθετα, πολλές χώρες που ιδιωτικά εκφράζουν
έντονο προβληματισμό για τον Τραμπ επιλέγουν πιο προσεκτική
στάση. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα συνεχίζουν να επενδύουν
στις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ, καθώς θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον
παραμένει η μόνη δύναμη που μπορεί να λειτουργήσει ως
στρατιωτικό αντίβαρο απέναντι στην Κίνα.
Παρόλα αυτά, η αβεβαιότητα έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο
ώστε η Νότια Κορέα εξετάζει πλέον σοβαρά ακόμη και το
ενδεχόμενο ανάπτυξης δικής της πυρηνικής αποτροπής, κάτι που
πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητο.
Νέα ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή
Στη Μέση Ανατολή, οι παραδοσιακές συμμαχίες επίσης
μεταβάλλονται.
Οι σχέσεις μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών
Εμιράτων έχουν ψυχρανθεί λόγω διαφορετικών οικονομικών και
γεωπολιτικών προτεραιοτήτων, αλλά και λόγω των διαφορετικών
επιλογών τους σε περιφερειακές συγκρούσεις.
Η ισραηλινή επίθεση στο Κατάρ το 2025, η οποία προκάλεσε την
αντίδραση πολλών χωρών του Κόλπου, ενίσχυσε την αίσθηση ότι
η Ουάσιγκτον παρέχει στο Ισραήλ μεγαλύτερη ελευθερία
κινήσεων από όση οι περιφερειακοί εταίροι της θεωρούν
αποδεκτή.
Ακολούθησε η αμυντική συμφωνία της Σαουδικής Αραβίας με το
Πακιστάν, η ενίσχυση των σχέσεων του Ριάντ με την Τουρκία
και την Αίγυπτο και η πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου
περιφερειακού συστήματος συνεργασίας, στο οποίο η επιρροή
των ΗΠΑ θα είναι περιορισμένη.
Παρά τις δημόσιες αντιθέσεις γύρω από το Ισραήλ, πολλές
αραβικές κυβερνήσεις συνεχίζουν να κινούνται με βάση τα δικά
τους στρατηγικά συμφέροντα. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
διατηρούν στενή συνεργασία με το Ισραήλ, ενώ η Αίγυπτος
συνεργάζεται σε ενεργειακά ζητήματα.
Η λογική τους είναι πρακτική: ακόμη και αν η αμερικανική
παρουσία μειωθεί, το Ισραήλ θα παραμείνει η ισχυρότερη
στρατιωτική δύναμη στην περιοχή και πιθανό αντίβαρο απέναντι
στο Ιράν.
Η παγκόσμια αβεβαιότητα επεκτείνεται
Η αβεβαιότητα δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή. Στη
Λατινική Αμερική, χώρες που παραδοσιακά θεωρούσαν τις ΗΠΑ
βασικό παράγοντα σταθερότητας αναζητούν πλέον εναλλακτικές
σχέσεις, κυρίως με την Κίνα.
Το Πεκίνο δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει πλήρως τον ρόλο
των ΗΠΑ ως εγγυητή ασφάλειας, αλλά επιδιώκει να αυξήσει την
οικονομική και πολιτική του επιρροή.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αργεντινής, όπου ο
πρόεδρος Χαβιέρ Μιλέι θεωρείται στενός σύμμαχος του Τραμπ,
αλλά ταυτόχρονα χαρακτηρίζει την Κίνα σημαντικό οικονομικό
εταίρο.
Το βασικό πρόβλημα: η απώλεια αξιοπιστίας
Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της σημερινής διεθνούς κατάστασης
είναι η αβεβαιότητα για το τι θα πράξουν οι Ηνωμένες
Πολιτείες στο επόμενο βήμα.
Η αποτροπή των αντιπάλων, αλλά ακόμη και μια πολιτική
κατευνασμού, μπορούν να λειτουργήσουν μόνο όταν συνοδεύονται
από συνέπεια, στρατηγική συνέχεια και αξιοπιστία.
Σήμερα, σύμφωνα με πολλούς συμμάχους και αναλυτές, το
μεγαλύτερο πρόβλημα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής
δεν είναι μόνο οι ίδιες οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον, αλλά η
αμφιβολία για το αν οι δεσμεύσεις της θα παραμείνουν
σταθερές.
Και αυτή η αμφιβολία είναι που οδηγεί πολλές χώρες να
επανεξετάζουν τις συμμαχίες τους και να αναζητούν νέες
ισορροπίες σε έναν ολοένα πιο ασταθή κόσμο.
|