|
Η Γενιά Ζ (Gen
Z), η οποία συχνά επικρίνεται ως υπερβολικά ευαίσθητη,
αντικοινωνική ή εξαρτημένη από το κινητό της, δέχεται πλέον
μια ακόμη αιχμή: ότι προτιμά συστηματικά το φαγητό απ’ έξω
και τις εφαρμογές delivery αντί για το σπιτικό μαγείρεμα.
Η κριτική αυτή
συνοδεύεται συνήθως από χαρακτηρισμούς περί τεμπελιάς.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη συμπεριφορά μπορεί να κρύβεται μια
πιο σύνθετη πραγματικότητα: η σταδιακή απουσία της
εκπαίδευσης σε βασικές δεξιότητες καθημερινής ζωής. Τα
τελευταία 20 χρόνια, τα μαθήματα οικιακής οικονομίας έχουν
σχεδόν εξαφανιστεί από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε πολλές
χώρες, περιορίζοντας την εξοικείωση των μαθητών με την
κουζίνα και τη διαχείριση ενός νοικοκυριού.
Η ιστορία της
οικιακής οικονομίας ξεκινά από τον 19ο αιώνα, όταν
μεταρρυθμίστριες όπως η Έλεν Σουάλοου Ρίτσαρντς, η πρώτη
γυναίκα απόφοιτος του Massachusetts Institute of Technology,
επιχείρησαν να θεμελιώσουν μια «επιστήμη» της οικιακής
διαχείρισης. Στόχος τους ήταν η ορθολογική οργάνωση του
νοικοκυριού, από τη διατροφή και την υγιεινή μέχρι την
ανατροφή των παιδιών, μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικών αλλαγών
που συνδέονταν με την αστικοποίηση και τη βιομηχανοποίηση.
Η θεσμοθέτηση
του κλάδου ενισχύθηκε σημαντικά με τον αμερικανικό νόμο
Smith–Hughes Act, που χρηματοδότησε την επαγγελματική και
πρακτική εκπαίδευση στα δημόσια σχολεία. Έτσι, η οικιακή
οικονομία έγινε για δεκαετίες βασικό μάθημα στη
δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αρχικά κυρίως για κορίτσια, αλλά
σταδιακά και για αγόρια.
Η κατάσταση
άρχισε να αλλάζει δραστικά στα τέλη του 20ού αιώνα. Η έκθεση
A Nation at Risk προώθησε την ιδέα ότι το εκπαιδευτικό
σύστημα πρέπει να επικεντρωθεί στα «ακαδημαϊκά βασικά»
μαθήματα, υποβαθμίζοντας τα πρακτικά αντικείμενα. Αργότερα,
η εκπαιδευτική πολιτική στις ΗΠΑ ενισχύθηκε προς την ίδια
κατεύθυνση με τον νόμο No Child Left Behind Act, ο οποίος
συνέδεσε την αξιολόγηση των σχολείων με τις επιδόσεις σε
εξετάσεις, αφήνοντας λιγότερο χώρο για επιλογές όπως η
οικιακή οικονομία.
Το αποτέλεσμα
είναι ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον όπου οι μαθητές αποκτούν
ισχυρές θεωρητικές γνώσεις, αλλά συχνά στερούνται βασικών
πρακτικών δεξιοτήτων, όπως το μαγείρεμα ή η καθημερινή
διαχείριση ενός νοικοκυριού. Σε αυτό το πλαίσιο, η εξάρτηση
από υπηρεσίες delivery δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά
σε επιλογές τρόπου ζωής, αλλά και σε εκπαιδευτικά κενά που
έχουν συσσωρευτεί επί δεκαετίες.
Η αναβίωση της
οικιακής οικονομίας δεν αποτελεί πανάκεια. Ωστόσο, μια πιο
συστηματική επαναφορά πρακτικών δεξιοτήτων στην εκπαίδευση
θα μπορούσε να ενισχύσει την αυτονομία των νέων και να
περιορίσει την υπερβολική εξάρτηση από έτοιμες λύσεις
καθημερινότητας, όπως οι πλατφόρμες delivery.
|