|
Η ενεργειακή
επανάσταση που είχε συνδεθεί με το υδρογόνο αποδεικνύεται
πολύ πιο αργή, ακριβή και σύνθετη από ό,τι προέβλεπαν οι
αρχικές εκτιμήσεις. Η τεχνολογία έχει πλέον περάσει από το
στάδιο των μεγάλων υποσχέσεων στην πιο δύσκολη φάση της
εμπορικής αξιοποίησης, όπου το ζητούμενο δεν είναι πλέον αν
μπορεί να παραχθεί καθαρό υδρογόνο, αλλά αν μπορεί να
παραχθεί σε κόστος και κλίμακα που να δικαιολογούν
επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων.
Τον Φεβρουάριο
του 2022, ο τότε Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς, έχοντας
δίπλα του τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο,
παρουσίαζε το υδρογόνο ως ένα από τα βασικά εργαλεία για τον
μετασχηματισμό της γερμανικής οικονομίας.
Η προσδοκία ήταν
ιδιαίτερα υψηλή. Το υδρογόνο θα μπορούσε να περιορίσει την
εξάρτηση της Γερμανίας από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, να
στηρίξει την ενεργοβόρο βιομηχανία και παράλληλα να
επιταχύνει την απανθρακοποίηση κλάδων στους οποίους η άμεση
ηλεκτροδότηση είναι δύσκολη.
Τρία και πλέον
χρόνια αργότερα, η πραγματικότητα είναι σαφώς πιο
συγκρατημένη.
Οι προβλέψεις
για το 2050 υποχωρούν
Οι νεότερες
εκτιμήσεις για την αγορά υδρογόνου αποτυπώνουν αυτή τη
μεταβολή στις προσδοκίες. Η παγκόσμια παραγωγή υδρογόνου το
2050 προβλέπεται πλέον περίπου 35% χαμηλότερη από ό,τι
εκτιμούσαν οι αναλύσεις του 2022.
Ακόμη μεγαλύτερη
είναι η αναθεώρηση για το καθαρό υδρογόνο, όπου η πρόβλεψη
έχει μειωθεί κατά περίπου 45%.
Οι λόγοι είναι
σχετικά ξεκάθαροι.
Πρώτον, το
κόστος παραγωγής, ιδιαίτερα του πράσινου υδρογόνου,
παραμένει υψηλό. Δεύτερον, οι κυβερνήσεις δεν έχουν
καταφέρει ακόμη να δημιουργήσουν το σταθερό πλαίσιο κινήτρων
και υποχρεώσεων που απαιτείται ώστε να υπάρξει επαρκής και
προβλέψιμη ζήτηση.
Αυτό, όμως, δεν
σημαίνει ότι η αγορά εγκαταλείπει το υδρογόνο.
Περίπου 1.500
πιλοτικά και αναπτυξιακά έργα έχουν ανακοινωθεί παγκοσμίως,
ενώ οι σωρευτικές επενδύσεις στον κλάδο εκτιμάται ότι
μπορούν να φτάσουν τα 3,2 τρισ. δολάρια έως το 2060.
Παράλληλα, η
παραγωγή πράσινου υδρογόνου μέσω ηλεκτρόλυσης αναμένεται να
αυξηθεί περίπου 100 φορές στην ίδια περίοδο.
Το πρόβλημα,
επομένως, δεν είναι η απουσία ανάπτυξης. Είναι ότι η
ανάπτυξη ξεκινά από πολύ χαμηλότερη βάση και
πραγματοποιείται με πολύ πιο αργό ρυθμό από εκείνον που
είχαν προεξοφλήσει οι αγορές.
Η ενεργειακή
ασφάλεια αλλάζει το αφήγημα
Ο πόλεμος στην
Ουκρανία άλλαξε σημαντικά τη συζήτηση στην Ευρώπη.
Το υδρογόνο δεν
αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως εργαλείο για τη μείωση
των εκπομπών άνθρακα. Αποτελεί ταυτόχρονα πιθανό μέσο
ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και περιορισμού της
εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα.
Η νέα γερμανική
κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς εμφανίζεται πιο ρεαλιστική ως
προς την ταχύτητα της μετάβασης. Οι δημοσιονομικοί
περιορισμοί καθιστούν δυσκολότερη τη χρηματοδότηση ενός
τεράστιου δικτύου πράσινων υποδομών, ενώ παράλληλα
ενισχύεται η συζήτηση για τον ρόλο του μπλε υδρογόνου.
Το μπλε υδρογόνο
παράγεται από φυσικό αέριο, με ταυτόχρονη δέσμευση και
αποθήκευση του διοξειδίου του άνθρακα. Για ορισμένους
βιομηχανικούς κλάδους μπορεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεση
λύση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το πράσινο
υδρογόνο παραμένει ακριβότερο.
Στις ΗΠΑ, η
εικόνα είναι ακόμη πιο διαφορετική.
Η στροφή προς
την πολιτική «America First» έχει περιορίσει τις προοπτικές
αρκετών έργων πράσινου υδρογόνου, ενώ η στήριξη σε λύσεις
χαμηλών εκπομπών που βασίζονται στο φυσικό αέριο δεν επαρκεί
για να αντισταθμίσει τις αρχικές φιλοδοξίες της κυβέρνησης
Μπάιντεν και τις επενδύσεις που είχαν συνδεθεί με το
Inflation Reduction Act.
Ευρώπη και Κίνα
κρατούν την πρωτοπορία
Παρά τις
δυσκολίες, η Ευρώπη και η Κίνα αναμένεται να παραμείνουν
μεταξύ των σημαντικότερων αγορών καθαρού υδρογόνου έως το
2040.
Ωστόσο, η
ανάπτυξη του κλάδου δεν θα προκύψει απλώς επειδή το υδρογόνο
θα γίνει οικονομικά ανταγωνιστικό.
Χρειάζεται
ενεργή πολιτική παρέμβαση.
Το καθαρό
υδρογόνο εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις ακριβότερες
επιλογές για την απανθρακοποίηση. Για να δημιουργηθεί
βιώσιμη αγορά απαιτείται συνδυασμός επιδοτήσεων,
κανονιστικών υποχρεώσεων και αξιόπιστης τιμής άνθρακα.
Η Κίνα διαθέτει
σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς η πολιτική στήριξη μέσω του
15ου Πενταετούς Σχεδίου συνδυάζεται με την ταχεία ανάπτυξη
της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Ευρώπη από την
πλευρά της διαθέτει ένα διαφορετικό εργαλείο: την υψηλή τιμή
άνθρακα, η οποία βελτιώνει τη σχετική οικονομική θέση
τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών.
Η Μέση Ανατολή
θέλει να γίνει εξαγωγική δύναμη
Ένας ακόμη
παράγοντας που μπορεί να αλλάξει την παγκόσμια αγορά είναι η
Μέση Ανατολή.
Χώρες με άφθονη
και φθηνή ηλιακή ενέργεια, μεγάλες εκτάσεις και πρόσβαση σε
κεφάλαια επιχειρούν να αναπτύξουν μεγάλα έργα πράσινου
υδρογόνου με στόχο την εξαγωγή του προς την Ευρώπη και την
Ασία.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί το έργο Neom στη Σαουδική Αραβία, το
οποίο προορίζεται να αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες
μονάδες πράσινου υδρογόνου παγκοσμίως. Το έργο έχει ήδη
προχωρήσει σε εμπορικές συμφωνίες για τη διάθεση της
παραγωγής του.
Το κρίσιμο
ερώτημα είναι πλέον εάν οι επενδυτές θα συνεχίσουν να
χρηματοδοτούν έργα τέτοιας κλίμακας σε μια περιοχή όπου η
γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει εξαιρετικά υψηλή.
Η ενεργειακή
κρίση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για το υδρογόνο,
αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το risk premium των επενδύσεων.
Από τα megawatt
στα gigawatt
Το μεγαλύτερο
εμπόδιο για το υδρογόνο δεν είναι πλέον αποκλειστικά
τεχνολογικό.
Είναι
χρηματοοικονομικό και επιχειρηματικό.
Η μετάβαση από
μικρές πιλοτικές εγκαταστάσεις ισχύος μερικών megawatt σε
εμπορικά έργα κλίμακας gigawatt δημιουργεί εντελώς
διαφορετικές απαιτήσεις.
Δεν αρκεί να
λειτουργεί αποτελεσματικά ένας ηλεκτρολύτης. Πρέπει να
λειτουργεί ολόκληρη η αλυσίδα:
η παραγωγή
ηλεκτρικής ενέργειας, η ηλεκτρόλυση, η συμπίεση, η μεταφορά,
η αποθήκευση και τελικά η χρήση του υδρογόνου.
Όσο αυξάνεται η
κλίμακα, αυξάνονται και οι πιθανότητες καθυστερήσεων,
υπερβάσεων κόστους και τεχνικών προβλημάτων.
Αυτό εξηγεί
γιατί οι επενδυτές εμφανίζονται πλέον πολύ πιο
επιφυλακτικοί.
Ένα έργο
υδρογόνου μπορεί θεωρητικά να είναι τεχνολογικά εφικτό, αλλά
αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και οικονομικά χρηματοδοτήσιμο.
Το μεγαλύτερο
πρόβλημα: ποιος θα αγοράσει το υδρογόνο;
Εδώ βρίσκεται
ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία του σημερινού μοντέλου.
Για να επενδύσει
μια εταιρεία δισεκατομμύρια ευρώ σε παραγωγική εγκατάσταση,
χρειάζεται να γνωρίζει ότι θα υπάρχει επαρκής ζήτηση για το
προϊόν.
Από την άλλη
πλευρά, οι βιομηχανικοί καταναλωτές δεν είναι πρόθυμοι να
δεσμευτούν σε μεγάλες ποσότητες ακριβού υδρογόνου εάν δεν
γνωρίζουν ποιο θα είναι το κόστος του στο μέλλον.
Δημιουργείται
έτσι ένας κλασικός φαύλος κύκλος.
Οι παραγωγοί
περιμένουν τη ζήτηση για να επενδύσουν, ενώ οι καταναλωτές
περιμένουν χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη διαθεσιμότητα
για να δεσμευτούν.
Αυτός είναι και
ο λόγος για τον οποίο οι κυβερνήσεις πρέπει να λειτουργήσουν
ως καταλύτες της αγοράς, μέσω συμβολαίων, επιδοτήσεων,
φορολογικών κινήτρων και κανονιστικών απαιτήσεων.
Το υδρογόνο δεν
έχει αποτύχει – απλώς χρειάζεται χρόνο
Η αναθεώρηση των
προβλέψεων δεν σημαίνει ότι η οικονομία του υδρογόνου
εγκαταλείπεται.
Αντίθετα,
σημαίνει ότι η αγορά περνά από την περίοδο των μεγάλων
υποσχέσεων σε μια πολύ πιο απαιτητική φάση.
Το υδρογόνο
εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο σε κλάδους όπου η άμεση
ηλεκτροδότηση είναι δύσκολη ή οικονομικά ασύμφορη, όπως η
χαλυβουργία, ορισμένες βαριές βιομηχανικές εφαρμογές, η
ναυτιλία και μέρος των μεταφορών.
Παράλληλα,
μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία για την αποθήκευση
ενέργειας και τη διαφοροποίηση των ενεργειακών εφοδιαστικών
αλυσίδων.
Το πραγματικό
στοίχημα, επομένως, έχει αλλάξει.
Δεν χρειάζεται
πλέον να αποδειχθεί ότι το υδρογόνο μπορεί να παραχθεί. Αυτό
έχει ήδη αποδειχθεί.
Πρέπει να αποδειχθεί ότι μπορεί να παραχθεί
σε μεγάλη κλίμακα, με προβλέψιμο κόστος και με
επαρκή ζήτηση ώστε οι επενδύσεις να προσφέρουν
ανταγωνιστικές αποδόσεις.
Και αυτό απαιτεί
χρόνο.
Η «οικονομία του
υδρογόνου» δεν ακυρώνεται. Απλώς μετατρέπεται από ένα
γρήγορο επενδυτικό αφήγημα σε ένα μακροπρόθεσμο βιομηχανικό
στοίχημα. Για τους επενδυτές, η επόμενη φάση δεν θα κριθεί
από το πόσα έργα ανακοινώνονται, αλλά από το πόσα από αυτά
θα καταφέρουν να περάσουν από το στάδιο των εξαγγελιών στην
πραγματική παραγωγή και, κυρίως, στην κερδοφορία.
|