|
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει περάσει
πλέον το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων, ενώ
την ίδια στιγμή οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων κινούνται
σε επίπεδα που αυξάνουν διαρκώς το κόστος εξυπηρέτησης του
χρέους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο υπουργός
Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ποντάρει
σε μια διαφορετική λύση: ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη,
περιορισμό των κρατικών δαπανών και σταδιακή αποκλιμάκωση
του δημοσιονομικού ελλείμματος.
Η λογική είναι
απλή.
Εάν η
αμερικανική οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί με ρυθμό περίπου
3%, η αύξηση του ΑΕΠ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο
στη διόγκωση του χρέους.
Το πρόβλημα είναι ότι τα πρόσφατα
αμερικανικά δεδομένα δείχνουν πως η ανάπτυξη από
μόνη της δεν αρκεί.
Ανάπτυξη 3% και
το χρέος συνεχίζει να αυξάνεται
Το 2023 και το
2024 η αμερικανική οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμούς κοντά
στο 3%.
Παρά την ισχυρή ανάπτυξη, όμως, το δημόσιο
χρέος αυξήθηκε περίπου 10% το 2023 και 7% το 2024.
Ο λόγος βρίσκεται στα επίμονα δημοσιονομικά
ελλείμματα, τα οποία ξεπερνούσαν τα 1,6 τρισ.
δολάρια ετησίως.
Έτσι, ακόμη και
μια οικονομία που αναπτύσσεται γρήγορα μπορεί να βλέπει το
χρέος της να αυξάνεται ταχύτερα από το ονομαστικό ΑΕΠ.
Αυτό είναι το
βασικό πρόβλημα πίσω από τη στρατηγική Μπέσεντ.
Ο ίδιος έχει
υποστηρίξει ότι η παγκόσμια ανάπτυξη αποτελεί τον δρόμο για
να αντιμετωπιστεί το «βουνό» του αμερικανικού χρέους και ότι
ο συνδυασμός περιορισμού των ομοσπονδιακών δαπανών και
ανάπτυξης περίπου 3% μπορεί να βελτιώσει τη δημοσιονομική
εικόνα.
Ωστόσο, τα
μαθηματικά του αμερικανικού προϋπολογισμού δείχνουν ότι
απαιτείται κάτι περισσότερο.
Το παράδειγμα
της δεκαετίας του 1990 δεν επαναλαμβάνεται
Η αμερικανική
οικονομία έχει καταφέρει στο παρελθόν να συνδυάσει υψηλή
ανάπτυξη με δημοσιονομική εξυγίανση.
Στα τέλη της
δεκαετίας του 1990, το ΑΕΠ αυξανόταν με ρυθμούς άνω του 4%,
ενώ η Ουάσιγκτον οδηγήθηκε σε δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Όμως τότε
υπήρχαν διαφορετικές συνθήκες.
Οι φορολογικοί
συντελεστές ήταν υψηλότεροι, ενώ οι αμυντικές δαπάνες
περιορίζονταν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Σήμερα η εικόνα
είναι αντίστροφη.
Οι φορολογικές
μειώσεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν περιορίσει τα
δημόσια έσοδα, ενώ οι δαπάνες παραμένουν υψηλές. Παράλληλα,
η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει το κόστος της κοινωνικής
ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης.
Και πάνω από
όλα, η γεωπολιτική κατάσταση ωθεί τις αμυντικές δαπάνες
υψηλότερα.
Η κυβέρνηση
Τραμπ επιδιώκει σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών,
γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια
δημοσιονομικής προσαρμογής.
Το μεγάλο
καμπανάκι βρίσκεται στα ομόλογα
Το πρόβλημα
γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν αυξάνεται το κόστος
δανεισμού.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού
ομολόγου, που αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για
τον Μπέσεντ και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, ξεπέρασε το
5% τον Σεπτέμβριο, φτάνοντας σε επίπεδα που
δεν είχαν παρατηρηθεί από το 2007.
Η άνοδος των
αποδόσεων δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα για την αγορά
ομολόγων.
Μεταφέρεται στα
στεγαστικά δάνεια, στην εταιρική χρηματοδότηση, στην
κατανάλωση και στις επενδύσεις.
Ταυτόχρονα
δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο για τον ομοσπονδιακό
προϋπολογισμό:
υψηλότερες αποδόσεις → ακριβότερος δανεισμός → υψηλότερες
πληρωμές τόκων → μεγαλύτερο έλλειμμα → μεγαλύτερες ανάγκες
έκδοσης νέου χρέους.
Ο ίδιος ο
Μπέσεντ έχει επιχειρήσει να περιορίσει την πίεση μέσω
διεύρυνσης των επαναγορών κρατικών ομολόγων. Ωστόσο, η
απόδοση του 10ετούς παρέμεινε πάνω από το 5%, γεγονός που
δείχνει ότι η αγορά εξακολουθεί να εστιάζει περισσότερο στα
θεμελιώδη δημοσιονομικά δεδομένα.
Η AI είναι το
μεγάλο χαρτί του Μπέσεντ
Στη στρατηγική της αμερικανικής κυβέρνησης
υπάρχει ένα ακόμη σημαντικό στοίχημα: η τεχνητή
νοημοσύνη.
Η εκρηκτική
αύξηση των επενδύσεων σε υποδομές AI θεωρείται ότι μπορεί να
αυξήσει την παραγωγικότητα, να ενισχύσει τις επενδύσεις και
τελικά να ανεβάσει τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της
αμερικανικής οικονομίας.
Υπάρχει όμως και
η άλλη πλευρά.
Η τεράστια
ζήτηση κεφαλαίων για data centers, ημιαγωγούς και
ενεργειακές υποδομές ανταγωνίζεται το αμερικανικό Δημόσιο
για διαθέσιμη χρηματοδότηση.
Η άνοδος των
αποδόσεων των Treasuries συνδέεται πλέον όχι μόνο με τα
δημοσιονομικά ελλείμματα και τον πληθωρισμό, αλλά και με τον
ανταγωνισμό για κεφάλαια που δημιουργεί η επενδυτική έκρηξη
γύρω από την AI.
Έτσι, η AI μπορεί ταυτόχρονα να αποτελεί
λύση για την παραγωγικότητα και παράγοντα πίεσης για
τις αγορές κεφαλαίου.
Το δημογραφικό
πρόβλημα γίνεται όλο και μεγαλύτερο
Στον πυρήνα της
αμερικανικής δημοσιονομικής εξίσωσης βρίσκεται το
δημογραφικό.
Ο αριθμός των
συνταξιούχων αυξάνεται, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων που
χρηματοδοτούν μέσω εισφορών τα συγκεκριμένα προγράμματα
αυξάνεται πολύ πιο αργά.
Η κοινωνική
ασφάλιση και η υγειονομική περίθαλψη αποτελούν ήδη τις
μεγαλύτερες κατηγορίες δαπανών του ομοσπονδιακού
προϋπολογισμού.
Και όσο
αυξάνεται ο αριθμός των δικαιούχων, τόσο μεγαλύτερη γίνεται
η πίεση.
Το πρόβλημα
είναι ότι η πολιτική μεταρρύθμιση αυτών των προγραμμάτων
είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Ο Τραμπ έχει
δηλώσει ότι δεν θα προχωρήσει σε περικοπές κοινωνικών
παροχών, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ευρεία πολιτική
συναίνεση για μια μεγάλη αλλαγή στο σύστημα.
Και μετά
έρχονται οι τόκοι
Η τρίτη μεγάλη
κατηγορία δαπανών είναι πλέον οι τόκοι του χρέους.
Οι καθαρές πληρωμές τόκων έχουν ανέλθει
περίπου στο 1,02 τρισ. δολάρια, αυξημένες
κατά 8,9% σε ετήσια βάση σύμφωνα με τα στοιχεία που
παρατίθενται στην ανάλυση.
Και εδώ
βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη απειλή.
Εάν οι αποδόσεις
των Treasuries παραμείνουν υψηλές, κάθε νέα έκδοση χρέους θα
γίνεται ακριβότερη, ενώ σταδιακά θα αναχρηματοδοτείται και
το παλαιότερο χρέος με υψηλότερο κόστος.
Η αύξηση των
επιτοκίων επομένως δεν επηρεάζει μόνο τη σημερινή οικονομία.
Κλειδώνει υψηλότερες δημοσιονομικές δαπάνες για τα επόμενα
χρόνια.
Το σενάριο των
επιταγών των 5.000 δολαρίων
Ακόμη πιο δύσκολη θα γινόταν η εξίσωση εάν
προχωρούσε η πρόταση για αποστολή επιταγών 5.000
δολαρίων σε κάθε ενήλικο Αμερικανό.
Η Επιτροπή για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό
Προϋπολογισμό (CRFB) έχει εκτιμήσει ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα
θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 1,2 τρισ. δολάρια σε
ένα μόνο έτος.
Σε μια οικονομία
όπου τα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα ήδη κινούνται κοντά
στα 2 τρισ. δολάρια, μια τέτοια δαπάνη θα αύξανε σημαντικά
τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουάσιγκτον.
Χωρίς αντίστοιχα μέτρα εξοικονόμησης ή
αύξησης εσόδων, το έλλειμμα θα μπορούσε να κινηθεί προς το
9%-10% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις
που παρατίθενται.
Ο στόχος του 3%
φαίνεται ιδιαίτερα δύσκολος
Ο Μπέσεντ έχει θέσει ως στόχο να μειωθεί το
δημοσιονομικό έλλειμμα περίπου στο 3% του ΑΕΠ έως
τον Ιανουάριο του 2029.
Το πρόβλημα
είναι η απόσταση από το σημερινό επίπεδο.
Το έλλειμμα έχει παραμείνει γύρω ή πάνω από
το 6% του ΑΕΠ, ενώ οι προβλέψεις για το 2028 το τοποθετούν
περίπου στο 6,4%, με σημαντικό εύρος
αβεβαιότητας.
Για να μπορούσε
η ανάπτυξη από μόνη της να οδηγήσει το έλλειμμα προς τους
στόχους του Μπέσεντ, θα απαιτούνταν ρυθμοί οικονομικής
μεγέθυνσης πολύ υψηλότεροι από αυτούς που θεωρούνται σήμερα
πιθανότεροι.
Οι διαθέσιμες προβλέψεις δείχνουν ανάπτυξη
λίγο πάνω από 2% για το 2027 και το 2028.
Και ο διοικητής
της Fed Κρίστοφερ Γουόλερ έχει επισημάνει ότι, για να «βγει»
η αμερικανική οικονομία από το βάρος των 40 τρισ. δολαρίων
μόνο μέσω ανάπτυξης, τα διαρθρωτικά ελλείμματα θα έπρεπε να
περιοριστούν πολύ περισσότερο από τα σημερινά επίπεδα.
Το πραγματικό
στοίχημα
Το αμερικανικό
πρόβλημα επομένως δεν είναι εάν η οικονομία θα αναπτυχθεί με
2%, 3% ή λίγο περισσότερο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο
ρυθμός ανάπτυξης θα είναι υψηλότερος από τον ρυθμό αύξησης
του χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του.
Εάν η AI
οδηγήσει σε ένα νέο κύμα παραγωγικότητας, υψηλότερες
επενδύσεις και διατηρήσιμη αύξηση του ΑΕΠ, το στοίχημα
Μπέσεντ θα αποκτήσει μεγαλύτερες πιθανότητες να
λειτουργήσει.
Εάν όμως η
ανάπτυξη παραμείνει κοντά στο 2%, ενώ οι δαπάνες, οι τόκοι
και οι ανάγκες νέου δανεισμού συνεχίζουν να αυξάνονται, η
ανάπτυξη δεν θα αρκεί.
Τότε η Ουάσιγκτον θα βρεθεί αντιμέτωπη με
τις δύσκολες επιλογές που μέχρι σήμερα έχει αποφύγει:
υψηλότερη φορολογία, περιορισμό δαπανών ή βαθύτερες
μεταρρυθμίσεις στα μεγάλα κοινωνικά προγράμματα.
Και το 5% του
10ετούς Treasury λειτουργεί ήδη ως προειδοποίηση ότι οι
αγορές αρχίζουν να απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για να
χρηματοδοτήσουν το αμερικανικό χρέος.
Το μεγάλο
στοίχημα του Μπέσεντ, λοιπόν, δεν είναι απλώς να επιτύχει
ανάπτυξη 3%.
Είναι να αποδείξει ότι η ανάπτυξη μπορεί να τρέξει
ταχύτερα από το χρέος.
|