|
Η διεθνής σκηνή
βρίσκεται σε μια περίοδο έντονης αστάθειας, με τις
μεταπολεμικές ισορροπίες να δοκιμάζονται και τις σχέσεις
μεταξύ παραδοσιακών συμμάχων να μεταβάλλονται με ταχύτητα. Η
εξάμηνη στρατιωτική σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν έχει
οδηγήσει σε εξελίξεις που απειλούν να αποδειχθούν αντίθετες
από τις αρχικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον: το ιρανικό
καθεστώς έχει ενισχύσει την εσωτερική του συσπείρωση, τα
Στενά του Ορμούζ έχουν μετατραπεί σε κρίσιμο σημείο
αντιπαράθεσης και οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί.
Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει σε
εξέλιξη, παρά την προεκλογική δέσμευση του Ντόναλντ Τραμπ
ότι θα τον τερμάτιζε από την πρώτη κιόλας ημέρα της
προεδρίας του.
Η εξωτερική
πολιτική του Αμερικανού προέδρου χαρακτηρίζεται από διαρκείς
μετατοπίσεις, αιφνίδιες ανατροπές και συγκρούσεις με χώρες
που μέχρι πρότινος θεωρούνταν στενοί εταίροι των ΗΠΑ. Η
προσέγγιση με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν,
συνυπάρχει με την επιδείνωση των σχέσεων με τη Νότια Κορέα.
Οι πιέσεις προς τη Δανία για το μέλλον της Γροιλανδίας
διήρκεσαν επί μήνες, μέχρι να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των
δύο πλευρών, ενώ η Ουάσιγκτον έχει ανοίξει και εμπορικό
μέτωπο με τον Καναδά.
Πίσω από αυτές
τις κινήσεις διακρίνεται η επιθυμία του Τραμπ να αφήσει ένα
αποτύπωμα που θα τον κατατάξει στους ηγέτες οι οποίοι
άλλαξαν καθοριστικά την πορεία της Ιστορίας. Η έννοια της
ιστορικής τομής επανέρχεται συχνά στη ρητορική του, καθώς
επιδιώκει να συνδέσει την προεδρία του με μια ριζική
αναδιαμόρφωση τόσο του εσωτερικού πολιτικού τοπίου όσο και
της διεθνούς τάξης.
Στο εσωτερικό
των ΗΠΑ, η επιδίωξη αυτή αποτυπώνεται σε συμβολικές
παρεμβάσεις, στην προώθηση μνημείων και στην κατασκευή μιας
νέας αίθουσας χορού στον Λευκό Οίκο, η οποία προϋποθέτει την
κατεδάφιση υφιστάμενης πτέρυγάς του. Στο εξωτερικό, όμως, η
προσπάθεια να επιβληθεί μια νέα πραγματικότητα έχει πολύ
μεγαλύτερο κόστος. Η εμπορική πολιτική χρησιμοποιήθηκε ως
εργαλείο πίεσης πρωτοφανούς έκτασης, ενώ σε περιπτώσεις όπου
οι οικονομικές απειλές δεν απέδωσαν, ακολούθησε η
στρατιωτική επέμβαση, όπως στη Βενεζουέλα και στο Ιράν.
Η βασική
δυσκολία για τον Τραμπ είναι ότι οι ξένες κυβερνήσεις δεν
λειτουργούν όπως το αμερικανικό Κογκρέσο, όπου η πολιτική
πίεση και οι εσωτερικοί συσχετισμοί μπορούν να οδηγήσουν σε
συγκεκριμένους συμβιβασμούς. Τα κυρίαρχα κράτη διαθέτουν
δικά τους συμφέροντα, στρατηγικές και περιθώρια αντίστασης.
Έτσι, η προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να αναδιαμορφώσει
τον κόσμο σύμφωνα με το προσωπικό του όραμα κινδυνεύει να
παράγει αποτελέσματα αντίθετα από εκείνα που επιδιώκει.
Ο εμπορικός
πόλεμος που έστρεψε τις χώρες μακριά από τις ΗΠΑ
Η νέα φάση της
αμερικανικής πολιτικής πίεσης απέκτησε σαφή μορφή στις 2
Απριλίου 2025, όταν ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα
για την επιβολή εκτεταμένων δασμών στις εισαγωγές. Η
λεγόμενη «Ημέρα Απελευθέρωσης» παρουσιάστηκε ως αφετηρία
μιας νέας εμπορικής στρατηγικής, με στόχο την προστασία της
αμερικανικής οικονομίας και την ενίσχυση της
διαπραγματευτικής ισχύος της χώρας.
Η αντίδραση,
ωστόσο, δεν περιορίστηκε σε παραχωρήσεις από τους εμπορικούς
εταίρους των ΗΠΑ. Η Κίνα απάντησε με δασμούς και
περιορισμούς σε αμερικανικά προϊόντα, ενώ αξιοποίησε και τη
θέση της στην παγκόσμια αγορά σπάνιων γαιών, υλικών
απαραίτητων για την αεροδιαστημική βιομηχανία, την άμυνα και
άλλους τεχνολογικούς κλάδους.
Παράλληλα,
ευρωπαϊκές χώρες ενίσχυσαν τις εμπορικές και οικονομικές
επαφές τους με τη Νότια Αμερική, την Ασία και τη Μέση
Ανατολή, αναζητώντας εναλλακτικές αγορές και προμηθευτές. Το
μήνυμα ήταν σαφές: η εξάρτηση από την αμερικανική αγορά και
τις ΗΠΑ ως στρατηγικό οικονομικό εταίρο δεν θεωρείται πλέον
αυτονόητη.
Το κόστος της
πολιτικής των δασμών αποδείχθηκε, σε σημαντικό βαθμό,
εσωτερική υπόθεση για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι
αμερικανικές επιχειρήσεις που εισάγουν προϊόντα και
εξαρτήματα επιβαρύνθηκαν με υψηλότερα κόστη, μέρος των
οποίων μεταφέρθηκε στους τελικούς καταναλωτές. Ταυτόχρονα,
σύμμαχοι της Ουάσιγκτον άρχισαν να εξετάζουν εναλλακτικές
λύσεις σε τομείς στους οποίους οι αμερικανικές εταιρείες
διατηρούν ισχυρή παρουσία, από τα συστήματα τεχνητής
νοημοσύνης και τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους μέχρι τις
διεθνείς χρηματοπιστωτικές υποδομές και το δολάριο.
Ο Έντουαρντ
Φίσμαν, ανώτερος συνεργάτης του Council on Foreign
Relations, επισημαίνει ότι όλο και περισσότερες χώρες
επιδιώκουν να δημιουργήσουν διαύλους οικονομικής και
χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας που θα λειτουργούν με
μικρότερη εξάρτηση από το αμερικανικό σύστημα. Μια τέτοια
εξέλιξη δεν περιορίζει μόνο τη δυνατότητα των ΗΠΑ να ασκούν
διεθνή επιρροή μέσω της οικονομίας, αλλά μπορεί να επηρεάσει
και τις προοπτικές των ίδιων των αμερικανικών επιχειρήσεων.
Η αμερικανική
ισχύς στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κεντρική θέση της
χώρας στο παγκόσμιο εμπόριο, στις χρηματοπιστωτικές
συναλλαγές και στην τεχνολογία. Όσο περισσότεροι εταίροι
αναζητούν εναλλακτικές υποδομές και συνεργασίες, τόσο
μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος η πολιτική πίεσης να
υπονομεύσει σταδιακά ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που
επιχειρεί να προστατεύσει.
Από τη
Βενεζουέλα στο Ιράν: Τα όρια της στρατιωτικής επιβολής
Όταν οι
οικονομικές απειλές δεν οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, η
στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ περνά στο πεδίο της
στρατιωτικής ισχύος. Η επιχείρηση στη Βενεζουέλα τον
Ιανουάριο αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αμερικανικές
ειδικές δυνάμεις απομάκρυναν από το Καράκας τον Νικολάς
Μαδούρο, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα ηγεσία περισσότερο
πρόθυμη να συνεργαστεί με την Ουάσιγκτον και να επιτρέψει
την αμερικανική πρόσβαση στα πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας.
Η εξέλιξη αυτή
ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η αποφασιστική στρατιωτική δράση
θα μπορούσε να ανατρέψει καθεστώτα και να μεταβάλει γρήγορα
τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Η ίδια λογική εφαρμόστηκε στη
συνέχεια στο Ιράν, όπου οι ΗΠΑ, σε συντονισμό με το Ισραήλ,
προχώρησαν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις που οδήγησαν στον
θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και προκάλεσαν σοβαρά
πλήγματα στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Η στρατιωτική
επιτυχία σε επιμέρους στόχους, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί
απαραίτητα με την επίτευξη του συνολικού πολιτικού σκοπού.
Το Ιράν αξιοποίησε τη γεωγραφική του θέση και τη δυνατότητα
παρέμβασης στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ,
μετατρέποντας μια κρίσιμη θαλάσσια δίοδο σε μέσο άσκησης
πίεσης προς τη διεθνή οικονομία. Από το συγκεκριμένο πέρασμα
διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων αποστολών
πετρελαίου, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε διαταραχή
ιδιαίτερα επικίνδυνη για τις ενεργειακές αγορές.
Το παράδειγμα
του Ιράν αναδεικνύει μια βασική αδυναμία της στρατηγικής του
εξαναγκασμού: η καταστροφή στρατιωτικών υποδομών ή η
εξουδετέρωση ηγετικών προσώπων δεν εγγυάται την πολιτική
υποταγή του αντιπάλου. Αντίθετα, η εξωτερική επίθεση μπορεί
να ενισχύσει την εθνική συσπείρωση, να δώσει νέα
νομιμοποιητικά επιχειρήματα σε ένα καθεστώς και να αυξήσει
την προθυμία του να αναλάβει κινδύνους.
Η Κούβα αποτελεί
ένα ακόμη παράδειγμα αυταρχικού καθεστώτος που έχει
επιβιώσει επί δεκαετίες παρά τις αμερικανικές πιέσεις και
τις επανειλημμένες προσπάθειες περιορισμού της επιρροής του.
Η αντοχή τέτοιων κυβερνήσεων καταδεικνύει ότι η στρατιωτική
και οικονομική υπεροχή δεν αρκεί πάντοτε για να επιβάλει
πολιτικές αλλαγές, ιδίως όταν η ηγεσία θεωρεί ότι η επιβίωσή
της διακυβεύεται.
Στις
δημοκρατίες, αντίθετα, οι κυβερνήσεις υπόκεινται συχνότερα
σε άμεση πολιτική πίεση από την κοινωνία. Η αύξηση του
κόστους των καυσίμων, η επιβράδυνση της οικονομικής
δραστηριότητας και οι ανθρώπινες απώλειες σε πολεμικές
επιχειρήσεις μπορούν να μεταβάλουν γρήγορα την κοινή γνώμη
και να περιορίσουν τα περιθώρια δράσης μιας κυβέρνησης.
Έτσι, ένας παρατεταμένος πόλεμος μπορεί να δημιουργήσει
μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα στην Ουάσιγκτον απ' ό,τι στην
ηγεσία της χώρας που αποτελεί τον στόχο της.
Ο Μάρκο Ρούμπιο
και το πολιτικό κόστος της στρατηγικής Τραμπ
Οι εξελίξεις στη
Μέση Ανατολή θέτουν πλέον το ερώτημα ποιοι από τους βασικούς
συντελεστές της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ θα επωμιστούν
το πολιτικό κόστος, εάν η σύγκρουση δεν οδηγήσει στα
επιθυμητά αποτελέσματα. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο υπουργός
Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος στο παρελθόν είχε
συνδεθεί με μια πιο παραδοσιακή, διεθνιστική αντίληψη για
τον ρόλο των ΗΠΑ.
Κατά τη θητεία
του ως γερουσιαστής, ο Ρούμπιο εμφανιζόταν να αναγνωρίζει
τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η αμερικανική ισχύς,
τόσο στο οικονομικό πεδίο όσο και στις στρατιωτικές
επεμβάσεις. Η σημερινή του στάση, ωστόσο, χαρακτηρίζεται από
την ενεργό υποστήριξη της στρατηγικής «Πρώτα η Αμερική» και
την προσπάθεια εφαρμογής του οράματος του προέδρου.
Η προσέγγισή του
διαφέρει από εκείνη ορισμένων αξιωματούχων της πρώτης
προεδρικής θητείας του Τραμπ, οι οποίοι επιχειρούσαν να
περιορίσουν τις πιο απρόβλεπτες επιλογές του ή να μετριάσουν
τις επιπτώσεις τους. Ο Ρούμπιο έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο
στην υλοποίηση της σημερινής εξωτερικής πολιτικής, γεγονός
που τον συνδέει άμεσα με τα αποτελέσματά της.
Το πολιτικό
διακύβευμα ενδέχεται να γίνει ακόμη μεγαλύτερο ενόψει των
προεδρικών εκλογών του 2028. Εάν η κατάσταση στη Μέση
Ανατολή παραμείνει ασταθής και οι οικονομικές συνέπειες του
πολέμου συνεχίσουν να επιβαρύνουν τους Αμερικανούς, η
δυσαρέσκεια θα μπορούσε να στραφεί όχι μόνο εναντίον του
προέδρου, αλλά και εναντίον των στενότερων συνεργατών του
που ταυτίστηκαν με τη συγκεκριμένη στρατηγική.
Το ενδεχόμενο
διαφορετικού γεωπολιτικού χάρτη
Παρά τις
δυσκολίες, δεν αποκλείεται οι εξελίξεις να καταλήξουν σε μια
εικόνα που θα δικαιώνει ορισμένες από τις επιλογές της
κυβέρνησης Τραμπ. Η ιρανική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά
προβλήματα, ο νέος ανώτατος ηγέτης δεν έχει εμφανιστεί
δημόσια εδώ και μήνες, ενώ το δίκτυο συμμάχων και
περιφερειακών εταίρων της Τεχεράνης έχει υποστεί σημαντική
αποδυνάμωση.
Ο Μάθιου
Κρόνιγκ, ανώτερος συνεργάτης του Atlantic Council και
σύμβουλος της προεκλογικής εκστρατείας του Ρούμπιο το 2016,
εκτιμά ότι, εφόσον η Ευρώπη αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της
ευθύνης για τη δική της άμυνα και υπάρξουν αλλαγές στα
καθεστώτα της Βενεζουέλας, της Κούβας και του Ιράν, ο
παγκόσμιος χάρτης θα μπορούσε να διαφέρει ουσιαστικά από
εκείνον που παρέλαβε ο Τραμπ.
Μια τέτοια
έκβαση, όμως, παραμένει αβέβαιη. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις
δεν εξελίσσονται πάντα σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, ενώ
ακόμη και μια στρατιωτική επιτυχία μπορεί να συνοδευτεί από
απρόβλεπτες οικονομικές και πολιτικές συνέπειες. Η
ενεργειακή αναταραχή, οι αντιδράσεις των συμμάχων και η
πιθανότητα παρατεταμένης αστάθειας δημιουργούν σημαντικούς
κινδύνους για την αμερικανική στρατηγική.
Το βασικό
συμπέρασμα είναι ότι η προσπάθεια του Τραμπ να καταγραφεί ως
ηγέτης που αναδιαμόρφωσε τη διεθνή τάξη έχει ήδη μεταβάλει
τη συμπεριφορά τόσο των αντιπάλων όσο και των συμμάχων των
ΗΠΑ. Οι κυβερνήσεις που άλλοτε βασίζονταν στην αμερικανική
προστασία ή στην οικονομική συνεργασία με την Ουάσιγκτον
αναζητούν πλέον εναλλακτικές επιλογές, ενώ χώρες που
βρίσκονται υπό πίεση επιχειρούν να αξιοποιήσουν τις δικές
τους στρατηγικές δυνατότητες.
Ο Τραμπ επιδίωξε
να αποδείξει ότι η αμερικανική ισχύς μπορεί να επιβάλει
γρήγορα μια νέα πραγματικότητα. Μέχρι στιγμής, όμως, η
διεθνής αντίδραση δείχνει ότι η άσκηση πίεσης δεν παράγει
πάντοτε υπακοή και ότι η υπεροχή μιας δύναμης δεν εξαλείφει
τα περιθώρια αντίστασης των υπολοίπων. Οι συνέπειες της
πολιτικής του είναι ήδη σημαντικές, αλλά δεν συμπίπτουν κατ'
ανάγκην με την ιστορική κληρονομιά που ο ίδιος επιδιώκει να
αφήσει.
|