|
Ο Άλαν Γκρίνσπαν, μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της
παγκόσμιας νομισματικής πολιτικής και επικεφαλής της
Fed
για δεκαετίες, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 100 ετών, τη
στιγμή που ορισμένες πτυχές της φιλοσοφίας του για την
ελεύθερη αγορά φαίνεται να επανέρχονται στο προσκήνιο.
Ο Γκρίνσπαν θα μείνει στην ιστορία, ιδιαίτερα στους
υποστηρικτές του —μεταξύ των οποίων και ο νέος επικεφαλής
της Fed
Κέβιν Γουόρς— ως ο άνθρωπος της περιόδου της λεγόμενης
«Μεγάλης Μετριοπάθειας». Μετά την πληθωριστική κρίση της
δεκαετίας του ’70 και των αρχών του ’80, η Fed
υπό την ηγεσία του πέτυχε σχετική σταθερότητα τιμών, χαμηλό
πληθωρισμό και παρατεταμένη ανάπτυξη, ενώ οι αγορές
assets γνώρισαν
ισχυρή άνοδο. Η εικόνα του ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο στα
τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν επέλεξε να στηρίξει την
οικονομική δυναμική που τροφοδοτούσε η τεχνολογική
επανάσταση, εκτιμώντας ότι η παραγωγικότητα είχε αυξήσει το
«φυσικό» όριο ανάπτυξης της οικονομίας.
Παράλληλα, καθιερώθηκε και για τον ιδιαίτερο τρόπο
επικοινωνίας του με τις αγορές, το λεγόμενο «Fedspeak»,
μια ασαφή και κωδικοποιημένη γλώσσα που συχνά άφηνε
περιθώρια ερμηνειών. Ο Γουόρς, που αναλαμβάνει καθήκοντα σε
μια περίοδο προσαρμογής της οικονομίας στην τεχνητή
νοημοσύνη, φαίνεται να αντλεί έμπνευση τόσο από την έμφαση
του Γκρίνσπαν στην παραγωγικότητα όσο και από την πιο
«συγκρατημένη» δημόσια παρουσία του.
Ωστόσο, υπάρχουν και προειδοποιήσεις απέναντι στην άκριτη
υιοθέτηση αυτού του μοντέλου. Η περίοδος της «Μεγάλης
Μετριοπάθειας» δεν οφειλόταν αποκλειστικά στην πολιτική της
Fed,
αλλά και σε ευνοϊκούς εξωτερικούς παράγοντες, όπως η
παγκοσμιοποίηση, οι χαμηλές τιμές ενέργειας και οι
αποπληθωριστικές τάσεις στην υγεία. Επιπλέον, ο Γκρίνσπαν
επωφελήθηκε από τη σκληρή αντιπληθωριστική πολιτική του
προκατόχου του, Πολ Βόλκερ, που είχε ήδη σταθεροποιήσει το
πλαίσιο.
Παρά τα επιτεύγματα, η κληρονομιά του αμφισβητήθηκε έντονα
μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η
παρατεταμένη χαλαρή νομισματική πολιτική και η περιορισμένη
ρύθμιση θεωρήθηκαν από πολλούς ότι συνέβαλαν στη δημιουργία
υπερβολικού ρίσκου στις αγορές, ιδιαίτερα στον τομέα των
ακινήτων. Ο ίδιος είχε παραδεχθεί αργότερα ότι υποτίμησε τις
αδυναμίες του μοντέλου του.
Σήμερα, οι αναλογίες με την εποχή Γκρίνσπαν επανέρχονται,
όμως το τρέχον περιβάλλον είναι σαφώς διαφορετικό. Ο
πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον στόχο εδώ και
χρόνια, η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί μεν προσδοκίες
παραγωγικότητας αλλά ταυτόχρονα και πληθωριστικές πιέσεις
μέσω της ζήτησης για υποδομές, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις
και τα ενεργειακά σοκ έχουν αντικαταστήσει τη σταθερότητα
της παγκοσμιοποίησης των προηγούμενων δεκαετιών.
Επιπλέον, οι δημογραφικές αλλαγές —όπως η γήρανση των
Baby Boomers— ενδέχεται να
ανατρέψουν το περιβάλλον χαμηλού πληθωρισμού και υψηλής
αποταμίευσης που χαρακτήρισε την εποχή του. Η αυξημένη
κατανάλωση κατά τη συνταξιοδότηση και οι πιέσεις στο σύστημα
υγείας μπορούν να λειτουργήσουν πλέον ως ανοδικοί παράγοντες
στις τιμές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα ηγεσία της
Fed καλείται να κινηθεί σε ένα περιβάλλον πολύ πιο σύνθετο από εκείνο του
Γκρίνσπαν. Η διαφάνεια στην επικοινωνία και η προσεκτική
διαχείριση των προσδοκιών θεωρούνται κρίσιμες, καθώς η
υπερβολική αβεβαιότητα μπορεί να ενισχύσει τη μεταβλητότητα
των αγορών.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι, παρότι η εποχή του
«Μαέστρου» εξακολουθεί να προσφέρει χρήσιμα διδάγματα, δεν
αποτελεί πλέον εύκολα εφαρμόσιμο πρότυπο για το σημερινό
οικονομικό περιβάλλον.
|