|
Οι
προειδοποιήσεις κορυφαίων στελεχών της τεχνητής νοημοσύνης
για τους υπαρξιακούς κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει η
AI πληθαίνουν. Πίσω όμως από τη συζήτηση για το ενδεχόμενο η
τεχνολογία να ξεφύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο,
διαμορφώνεται ένα διαφορετικό και πολύ πιο άμεσο οικονομικό
πρόβλημα: ο ανταγωνισμός, το τεράστιο κόστος επενδύσεων και
η αυξανόμενη πίεση από την Κίνα.
Καθώς οι ΗΠΑ και
η Κίνα εισέρχονται σε μια νέα φάση του τεχνολογικού
ανταγωνισμού, η αμερικανική βιομηχανία AI βρίσκεται
αντιμέτωπη με ένα δύσκολο ερώτημα. Μπορεί να δικαιολογήσει
τα τεράστια κεφάλαια που επενδύονται στην ανάπτυξη υποδομών
και μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, εφόσον οι τιμές των
υπηρεσιών μειώνονται και οι κινεζικές εταιρείες περιορίζουν
γρήγορα την τεχνολογική απόσταση;
Ίσως, τελικά, ο
μεγαλύτερος κίνδυνος για την αμερικανική AI να μην είναι ένα
σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά κάτι πολύ πιο γνώριμο
στις αγορές: οι νόμοι του ανταγωνισμού και της προσφοράς και
ζήτησης.
Από την
«υπαρξιακή απειλή» στη ρύθμιση
Η νέα συζήτηση
για τους κινδύνους της AI αναζωπυρώθηκε μετά τις
προειδοποιήσεις ανθρώπων που έχουν εργαστεί στην ανάπτυξη
προηγμένων μοντέλων.
Ο πρώην
ερευνητής της Anthropic Τζέικομπ Κόξον προειδοποίησε δημόσια
ότι ορισμένοι από τους ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη
γραμμή της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης θεωρούν πιθανό
ένα εξαιρετικά δυσμενές σενάριο μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Στο ίδιο κλίμα,
ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic Ντάριο Αμοντέι έχει
υποστηρίξει την ανάγκη να υπάρξει μεγαλύτερος έλεγχος στον
ρυθμό ανάπτυξης των μοντέλων AI. Αντίστοιχες ανησυχίες έχουν
εκφράσει, με διαφορετικές αφετηρίες και κίνητρα, πρόσωπα
όπως ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI και ο Έλον Μασκ.
Η συζήτηση δεν
έμεινε στον ιδιωτικό τομέα. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη
κινηθεί προς τη δημιουργία ισχυρότερου κυβερνητικού
μηχανισμού για την AI, ενώ παράλληλα η Ουάσιγκτον έχει
ανοίξει διάλογο με το Πεκίνο για την τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, όσο
περισσότερο ενισχύεται η ρητορική περί κινδύνων, τόσο
περισσότεροι αναλυτές αναρωτιούνται αν πίσω από αυτήν
υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση: η ανάγκη των αμερικανικών
εταιρειών να προστατεύσουν ένα εξαιρετικά ακριβό
επιχειρηματικό μοντέλο.
Το επιχείρημα
περί «τεχνητής κρίσης»
Ο επενδυτής Στιβ
Αϊσμαν έχει διατυπώσει μία από τις πιο αιχμηρές κριτικές.
Κατά την άποψή του, οι εταιρείες AI δεν διαθέτουν ακόμη
επαρκή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και θα μπορούσαν να
επιδιώκουν τη δημιουργία ενός ρυθμιστικού περιβάλλοντος που
θα αυξήσει τα εμπόδια εισόδου για νέους ανταγωνιστές.
Η συγκεκριμένη
ερμηνεία αποτελεί βεβαίως μια επενδυτική άποψη και όχι
αποδεδειγμένο γεγονός. Αναδεικνύει όμως ένα κρίσιμο ζήτημα:
η ρύθμιση της AI μπορεί να λειτουργήσει με δύο διαφορετικούς
τρόπους.
Μπορεί να
περιορίσει πραγματικούς κινδύνους για την κοινωνία και την
οικονομία.
Μπορεί όμως, εάν
σχεδιαστεί με τρόπο που αυξάνει υπερβολικά το κόστος
συμμόρφωσης, να καταστήσει δυσκολότερη την είσοδο μικρότερων
και νέων εταιρειών στην αγορά, ενισχύοντας τελικά τη θέση
των ήδη καθιερωμένων κολοσσών.
Για μια
βιομηχανία που απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε υπολογιστική
ισχύ, data centers και chips, η δεύτερη εξέλιξη δεν είναι
καθόλου αδιάφορη.
Το πραγματικό
πρόβλημα βρίσκεται στους αριθμούς
Πίσω από τη
συζήτηση για την ασφάλεια της AI βρίσκεται ένα πολύ
μεγαλύτερο οικονομικό στοίχημα.
Οι μεγάλες
αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας, μαζί με τη Nvidia και
την Broadcom, έχουν αναλάβει τεράστιες δεσμεύσεις για την
ανάπτυξη υποδομών AI. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται
η Morgan Stanley, οι εκτός ισολογισμού δεσμεύσεις τους
ξεπερνούν συνολικά τα 3 τρισ. δολάρια.
Την ίδια στιγμή,
οι επενδύσεις στην αμερικανική AI αναμένεται να κινηθούν σε
πρωτοφανή επίπεδα, φθάνοντας περίπου στο 1,5 τρισ. δολάρια
μέσα στο επόμενο έτος.
Το ερώτημα πλέον
δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη έχει μέλλον. Αυτό θεωρείται
σχεδόν δεδομένο.
Το ερώτημα είναι
αν τα έσοδα που θα παραχθούν από αυτή την επανάσταση θα
είναι αρκετά μεγάλα ώστε να δικαιολογήσουν το κόστος.
Η Apollo Global
Management εκτιμά ότι οι λειτουργικές ταμειακές ροές των
εταιρειών θα πρέπει να φτάσουν περίπου τα 2 τρισ. δολάρια
έως το 2030 προκειμένου να δικαιολογηθεί το μέγεθος των
επενδύσεων.
Πρόκειται για
έναν εξαιρετικά υψηλό πήχη.
Η Κίνα αλλάζει
την εξίσωση
Το πρόβλημα
γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή η αμερικανική AI δεν
ανταγωνίζεται πλέον μόνο στο επίπεδο των επιδόσεων.
Ανταγωνίζεται
και στο επίπεδο της τιμής.
Κινεζικές
εταιρείες αναπτύσσουν ολοένα περισσότερα γλωσσικά μοντέλα
χαμηλότερου κόστους, ενώ η τεχνολογική απόσταση από τους
αμερικανικούς ομίλους σε αρκετές εφαρμογές φαίνεται να
περιορίζεται.
Αυτό δημιουργεί
μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση.
Οι αμερικανικές
εταιρείες επενδύουν τεράστια ποσά για να διατηρήσουν την
τεχνολογική πρωτοπορία. Αν όμως οι ανταγωνιστές προσφέρουν
παρόμοιες υπηρεσίες σε χαμηλότερες τιμές, τότε η απόδοση
αυτών των επενδύσεων απειλείται.
Η τεχνολογική
υπεροχή από μόνη της δεν αρκεί. Πρέπει να μετατραπεί σε
κερδοφόρο επιχειρηματικό μοντέλο.
Ο «Αρνολντ
Σβαρτσενέγκερ» και ο Άνταμ Σμιθ
Η συζήτηση για
την AI συχνά παρουσιάζεται σαν μια μάχη ανάμεσα στον άνθρωπο
και τις μηχανές.
Στην
πραγματικότητα, για τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας η
πιο άμεση απειλή μπορεί να είναι πολύ πιο πεζή.
Όχι ο
«Εξολοθρευτής», αλλά ο ανταγωνισμός.
Όχι η
ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη, αλλά η πτώση των τιμών.
Όχι ένα
δυστοπικό σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά η αδυναμία
να μετατραπούν οι τεράστιες επενδύσεις σε αντίστοιχες
ταμειακές ροές.
Με άλλα λόγια, ο
μεγαλύτερος κίνδυνος ίσως να μην είναι ο Άρνολντ
Σβαρτσενέγκερ, αλλά ο Άνταμ Σμιθ.
Το μεγάλο
στοίχημα για τη Wall Street
Εάν οι
προβλέψεις για τα μελλοντικά έσοδα της AI επιβεβαιωθούν, οι
σημερινές επενδύσεις μπορεί να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας
τεχνολογικής εποχής.
Εάν όμως η
αύξηση των εσόδων αποδειχθεί ανεπαρκής, η πίεση θα
μεταφερθεί αναπόφευκτα στις επενδυτικές δαπάνες.
Και τότε το
ζήτημα δεν θα αφορά μόνο τις εταιρείες AI.
Μείωση των
επενδύσεων σε data centers, chips και υποδομές θα μπορούσε
να επηρεάσει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας της τεχνολογίας, ενώ
παράλληλα θα είχε επιπτώσεις στις κεφαλαιαγορές και στις
ευρύτερες επενδύσεις της αμερικανικής οικονομίας.
Γι' αυτό και η
σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη αποκτά
πλέον ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η αμερικανική
βιομηχανία καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει
την τεχνολογική πρωτοπορία, να προστατεύσει τα περιθώρια
κέρδους της και ταυτόχρονα να δικαιολογήσει ένα πρωτοφανές
κύμα επενδύσεων.
Το ερώτημα,
επομένως, δεν είναι μόνο αν η AI θα αλλάξει τον κόσμο.
Είναι αν οι
επιχειρήσεις που σήμερα επενδύουν τρισεκατομμύρια για να τον
αλλάξουν θα μπορέσουν τελικά να βγάλουν αρκετά χρήματα από
αυτή την αλλαγή.
|