|
Η
μακροχρόνια διεύρυνση
των δαπανών ήταν περίπου
4,6% του ΑΕΠ μεταξύ 2000
και 2025. Σύμφωνα με τον
ΟΟΣΑ, οι συνταξιοδοτικές
δαπάνες αυξήθηκαν κατά
2,5% του ΑΕΠ μεταξύ 2000
και 2023, ενώ οι δαπάνες
υγείας αυξήθηκαν κατά
1,9% του ΑΕΠ. Το
συνταξιοδοτικό σύστημα
έχει ιδιαίτερη σημασία
γιατί οι ασφαλιστικές
εισφορές υπολογίζεται
ότι καλύπτουν μόνο τα
δύο τρίτα των συνολικών
συνταξιοδοτικών πόρων.
Το υπόλοιπο
χρηματοδοτείται από
ειδικά φορολογικά έσοδα
και κρατικές εισφορές
εξισορρόπησης. Επομένως,
η αύξηση των
συνταξιοδοτικών δαπανών
λόγω της γήρανσης και
της ανεπαρκούς
μεταρρύθμισης του
συστήματος ασκεί πίεση
στους συνολικούς
δημόσιους πόρους παρά το
ότι το συνταξιοδοτικό
σύστημα εμφανίζεται
λογιστικά ισοσκελισμένο.
Προβληματισμό προκαλεί
επίσης το μέγεθος και ο
κατακερματισμός των πάνω
από 60 μη ανταποδοτικών
κοινωνικών παροχών,
εκτιμώμενου συνολικού
κόστους 138 δις ευρώ το
2022. Το μέγεθος
αντιστοιχούσε σε περίπου
58% της δημόσιας δαπάνης
για την υγεία και ήταν
συγκρίσιμο με το σύνολο
της δημόσιας δαπάνης για
την εκπαίδευση.

Πέρα όμως από τη σταθερή
αύξηση των δαπανών,
τίθεται υπό αμφισβήτηση
και η αποτελεσματικότητά
τους.
Οι
υπερμεγέθεις μη
ανταποδοτικές κοινωνικές
παροχές πάσχουν από
επικαλύψεις και συχνά
ατελέσφορη στόχευση. Το
ΔΝΤ επισημαίνει
σημαντικά περιθώρια
βελτίωσης της
αναδιανεμητικής τους
αποτελεσματικότητας.
Παρά τη σημαντική αύξηση
των δαπανών στην υγεία,
τα δημόσια νοσοκομεία
αντιμετωπίζουν σοβαρές
λειτουργικές και
οικονομικές δυσκολίες,
ενώ οι υπηρεσίες
επειγόντων αναφέρουν
προβλήματα στελέχωσης
και πρόσβασης σε κλίνες.
Το φαινόμενο των
λεγόμενων «ιατρικών
ερήμων» δεν περιορίζεται
πλέον σε απομονωμένες
αγροτικές περιοχές αλλά
επεκτείνεται και σε
περιαστικές ζώνες
μεγάλων πόλεων.
Εκτιμάται ότι το 2024,
τουλάχιστον το 16,8% του
πληθυσμού της Γαλλίας
ζούσε σε περιοχές
ιατρικά υποστελεχωμένες.
Στην παιδεία, παρά τη
μείωση των δαπανών κατά
0,5% του ΑΕΠ από το 2000
έως το 2023, λόγω της
μείωσης του αριθμού των
μαθητών, η πραγματική
κατά κεφαλή δαπάνη
αυξήθηκε κατά 18%. Η
σημαντική επιδείνωση των
μαθησιακών αποτελεσμάτων
στις διεθνείς
αξιολογήσεις εγείρει
όμως ερωτήματα για την
αποτελεσματικότητα των
εκπαιδευτικών πόρων.
Η
Γαλλία αντιμετωπίζει
συνεπώς ένα διπλό
διαρθρωτικό πρόβλημα:
(α) μείωσης των δημόσιων
της ελλειμμάτων και (β)
βελτίωσης της
αποτελεσματικότητας των
δαπανών. Τα ελλείμματα
δεν μπορεί να μειωθούν
με νέες φορολογικές
επιβαρύνσεις καθώς τα
δημόσια έσοδα είναι ήδη
διογκωμένα. Κάτι τέτοιο
θα επιβάρυνε την
εργασία, τις επενδύσεις
και την ανάπτυξη.
Απαιτείται άρα μια
αξιόπιστη, πολυετής
προσπάθεια συγκράτησης
των δημόσιων δαπανών, με
έμφαση στη βελτίωση της
αποτελεσματικότητάς
τους.
Η
εμπειρία της Ιταλίας το
2011 αποτελεί
προειδοποίηση για τη
Γαλλία σήμερα. Τότε, ο
συνδυασμός υψηλού
δημόσιου χρέους,
αυξανόμενου κόστους
δανεισμού και πολιτικής
αδυναμίας οδήγησε την
κυβέρνηση Μπερλουσκόνι
σε παραίτηση και έφερε
την Ευρωζώνη κοντά σε
μια συστημική κρίση
χρέους. Σήμερα, η Γαλλία
προσεγγίζει το ιταλικό
επίπεδο χρέους εκείνης
της περιόδου, ενώ το
δημοσιονομικό της
έλλειμμα είναι ακόμα
υψηλότερο (γράφημα). Η
ιστορική αναλογία δεν
προδικάζει την επανάληψη
της κρίσης, αναδεικνύει
όμως έναν υπαρκτό
κίνδυνο: εάν η
δημοσιονομική τροχιά
παραμείνει ανεξέλεγκτη —
κίνδυνος που ενισχύει η
έλλειψη κοινοβουλευτικής
πλειοψηφίας — οι
συνέπειες ενδέχεται να
υπερβούν τα εθνικά
σύνορα και να δοκιμάσουν
εκ νέου την
ανθεκτικότητα της
Ευρωζώνης.
Δύο
ερωτήματα προκύπτουν από
αυτή την ανάλυση.
Πρώτον, ποιες είναι οι
πιθανότητες μιας κρίσης
χρέους στη Γαλλία και
πόσο έτοιμη είναι η
Ευρώπη να αντιμετωπίσει
τις ενδεχόμενες
συστημικές επιπτώσεις
της; Δεύτερον, πώς μια
χώρα με τόσο υψηλό
επίπεδο δημόσιων δαπανών
και φορολογικών εσόδων
μπορεί να επιτύχει
καλύτερα αποτελέσματα
για τους πολίτες της,
διατηρώντας παράλληλα τη
δημοσιονομική της
βιωσιμότητα; Αυτά τα δύο
ζητήματα θα εξετάσουμε
στην πορεία προς τις
γαλλικές προεδρικές
εκλογές.
*
Ο Αριστομένης Βαρουδάκης
είναι Οικονομολόγος, Πρώην
τακτικός Καθηγητής
Πανεπιστημίου του
Στρασβούργου και ανώτερο
στέλεχος της Παγκόσμιας
Τράπεζας και του ΟΟΣΑ.
Πρώτη δημοσίευση στο
Money Review
|