| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Δευτέρα, 00:01 - 09/11/2026

 

 

Η Γαλλία αντιμετωπίζει μια δημοσιονομική κρίση με ολοένα εντονότερες διαστάσεις. Το δημόσιο χρέος πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ, ενώ το έλλειμμα παραμένει πάνω από το 5%, χωρίς εμφανείς τάσεις περιορισμού του. Η ανησυχία των αγορών αποτυπώνεται στο κόστος δανεισμού, καθώς η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έχει προσεγγίσει το 5%, ενώ η διαφορά της απόδοσής του από το αντίστοιχο γερμανικό ομόλογο έχει ανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011.

Ο σημερινός δημοσιονομικός εκτροχιασμός δεν είναι συγκυριακός. Αντανακλά μια πιο μακροχρόνια απόκλιση, όπως υποδεικνύει μια σύγκριση με τη Γερμανία και την Ιταλία (γράφημα). Αρχικά η Γαλλία διέθετε ένα δημοσιονομικό πλεονέκτημα, με ελλείμματα και χρέος συγκρίσιμα με της Γερμανίας, και δημόσιο χρέος αισθητά χαμηλότερο από την Ιταλία. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 και η πανδημία επιδείνωσαν τα δημόσια οικονομικά και των τριών χωρών. Σε αντίθεση όμως με τη Γερμανία και την Ιταλία, η Γαλλία δεν κατόρθωσε να αποκλιμακώσει τα ελλείμματά της όταν υποχώρησαν οι επιπτώσεις των κρίσεων. Ως αποτέλεσμα, το δημόσιο χρέος της αυξήθηκε σταθερά και πλησίασε τα ήδη υψηλά ιταλικά επίπεδα.

Η απόκλιση αυτή οφείλεται στη διατήρηση των γαλλικών δημοσίων δαπανών σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, άνω του 55% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας σημαντικά την Γερμανία και την Ιταλία. Παράλληλα, τα γαλλικά δημόσια έσοδα υπερβαίνουν το 50% του ΑΕΠ. Πρόκειται για ένα επίπεδο κρατικής απορρόφησης πόρων ιδιαίτερα υψηλό σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες.

 

Η μακροχρόνια διεύρυνση των δαπανών ήταν περίπου 4,6% του ΑΕΠ μεταξύ 2000 και 2025. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 2,5% του ΑΕΠ μεταξύ 2000 και 2023, ενώ οι δαπάνες υγείας αυξήθηκαν κατά 1,9% του ΑΕΠ. Το συνταξιοδοτικό σύστημα έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζεται ότι καλύπτουν μόνο τα δύο τρίτα των συνολικών συνταξιοδοτικών πόρων. Το υπόλοιπο χρηματοδοτείται από ειδικά φορολογικά έσοδα και κρατικές εισφορές εξισορρόπησης. Επομένως, η αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών λόγω της γήρανσης και της ανεπαρκούς μεταρρύθμισης του συστήματος ασκεί πίεση στους συνολικούς δημόσιους πόρους παρά το ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα εμφανίζεται λογιστικά ισοσκελισμένο.

Προβληματισμό προκαλεί επίσης το μέγεθος και ο κατακερματισμός των πάνω από 60 μη ανταποδοτικών κοινωνικών παροχών, εκτιμώμενου συνολικού κόστους 138 δις ευρώ το 2022. Το μέγεθος αντιστοιχούσε σε περίπου 58% της δημόσιας δαπάνης για την υγεία και ήταν συγκρίσιμο με το σύνολο της δημόσιας δαπάνης για την εκπαίδευση.

                       

Πέρα όμως από τη σταθερή αύξηση των δαπανών, τίθεται υπό αμφισβήτηση και η αποτελεσματικότητά τους.

Οι υπερμεγέθεις μη ανταποδοτικές κοινωνικές παροχές πάσχουν από επικαλύψεις και συχνά ατελέσφορη στόχευση. Το ΔΝΤ επισημαίνει σημαντικά περιθώρια βελτίωσης της αναδιανεμητικής τους αποτελεσματικότητας.

Παρά τη σημαντική αύξηση των δαπανών στην υγεία, τα δημόσια νοσοκομεία αντιμετωπίζουν σοβαρές λειτουργικές και οικονομικές δυσκολίες, ενώ οι υπηρεσίες επειγόντων αναφέρουν προβλήματα στελέχωσης και πρόσβασης σε κλίνες. Το φαινόμενο των λεγόμενων «ιατρικών ερήμων» δεν περιορίζεται πλέον σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές αλλά επεκτείνεται και σε περιαστικές ζώνες μεγάλων πόλεων. Εκτιμάται ότι το 2024, τουλάχιστον το 16,8% του πληθυσμού της Γαλλίας ζούσε σε περιοχές ιατρικά υποστελεχωμένες.

Στην παιδεία, παρά τη μείωση των δαπανών κατά 0,5% του ΑΕΠ από το 2000 έως το 2023, λόγω της μείωσης του αριθμού των μαθητών, η πραγματική κατά κεφαλή δαπάνη αυξήθηκε κατά 18%. Η σημαντική επιδείνωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων στις διεθνείς αξιολογήσεις εγείρει όμως ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών πόρων.

Η Γαλλία αντιμετωπίζει συνεπώς ένα διπλό διαρθρωτικό πρόβλημα: (α) μείωσης των δημόσιων της ελλειμμάτων και (β) βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των δαπανών. Τα ελλείμματα δεν μπορεί να μειωθούν με νέες φορολογικές επιβαρύνσεις καθώς τα δημόσια έσοδα είναι ήδη διογκωμένα. Κάτι τέτοιο θα επιβάρυνε την εργασία, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη. Απαιτείται άρα μια αξιόπιστη, πολυετής προσπάθεια συγκράτησης των δημόσιων δαπανών, με έμφαση στη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους.

Η εμπειρία της Ιταλίας το 2011 αποτελεί προειδοποίηση για τη Γαλλία σήμερα. Τότε, ο συνδυασμός υψηλού δημόσιου χρέους, αυξανόμενου κόστους δανεισμού και πολιτικής αδυναμίας οδήγησε την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι σε παραίτηση και έφερε την Ευρωζώνη κοντά σε μια συστημική κρίση χρέους. Σήμερα, η Γαλλία προσεγγίζει το ιταλικό επίπεδο χρέους εκείνης της περιόδου, ενώ το δημοσιονομικό της έλλειμμα είναι ακόμα υψηλότερο (γράφημα). Η ιστορική αναλογία δεν προδικάζει την επανάληψη της κρίσης, αναδεικνύει όμως έναν υπαρκτό κίνδυνο: εάν η δημοσιονομική τροχιά παραμείνει ανεξέλεγκτη — κίνδυνος που ενισχύει η έλλειψη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας — οι συνέπειες ενδέχεται να υπερβούν τα εθνικά σύνορα και να δοκιμάσουν εκ νέου την ανθεκτικότητα της Ευρωζώνης.

Δύο ερωτήματα προκύπτουν από αυτή την ανάλυση. Πρώτον, ποιες είναι οι πιθανότητες μιας κρίσης χρέους στη Γαλλία και πόσο έτοιμη είναι η Ευρώπη να αντιμετωπίσει τις ενδεχόμενες συστημικές επιπτώσεις της; Δεύτερον, πώς μια χώρα με τόσο υψηλό επίπεδο δημόσιων δαπανών και φορολογικών εσόδων μπορεί να επιτύχει καλύτερα αποτελέσματα για τους πολίτες της, διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική της βιωσιμότητα; Αυτά τα δύο ζητήματα θα εξετάσουμε στην πορεία προς τις γαλλικές προεδρικές εκλογές.

* Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην τακτικός Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΟΣΑ.

Πρώτη δημοσίευση στο Money Review

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum