|
Γιατί μπορεί να υπήρχε η
τακτική της υγειονομικής
ζώνης, του «πολιτικού
τείχους», απέναντι στην
Ακροδεξιά, όμως όταν
αυτό γίνεται με
ταυτόχρονη υιοθέτηση των
πολιτικών της στην
πράξη, οι ψηφοφόροι που
έλκονται από τέτοιες
επιλογές έχουν ακόμη
λιγότερους λόγους να μη
ψηφίσουν την Ακροδεξιά.
Έπειτα, η άνοδος της
Ακροδεξιάς έρχεται στο
έδαφος μιας εντυπωσιακής
αποτυχίας του γερμανικού
κυβερνητικού πολιτικού
προσωπικού, εδώ και
πολλά χρόνια, να
μπορέσει να αντιστρέψει
την οικονομική
στασιμότητα που έχει
μετατρέψει την κάποτε
οικονομική ατμομηχανή
της Ευρώπης στον
υποψήφιο «μεγάλο ασθενή»
της Γηραιάς Ηπείρου,
στοιχείο που επιτείνει
ένα κλίμα οικονομικής
ανασφάλειας. Και βέβαια
τη δυσαρέσκεια επέτεινε
ο τρόπος που ήδη
διαμορφωνόταν στη
Γερμανία ένα κλίμα, από
τις εργοδοτικές ενώσεις
αλλά και την κυβερνώσα
Χριστιανοδημοκρατία, ότι
αυτό που φταίει είναι η
μειωμένη παραγωγικότητα
των εργαζομένων και το
γεγονός ότι εργάζονται
λιγότερες ώρες στη
βιομηχανία από όσο
πρέπει.
Και
βέβαια, η Ακροδεξιά
μπόρεσε να εκμεταλλευτεί
τη δυσαρέσκεια από
πολιτικές στις οποίες τα
τελευταία χρόνια έχουν
συναινέσει όχι μόνο οι
Χριστιανοδημοκράτες αλλά
και οι Σοσιαλδημοκράτες
και βέβαια οι Πράσινοι
(που εδώ και καιρό έχουν
αντικαταστήσει τους
Φιλελεύθερους Δημοκράτες
στον ρόλο του κόμματος
της «μεσαίας τάξης»). Η
Γερμανία αυτή τη στιγμή
όχι μόνο πρωτοστατεί
στις κυρώσεις απέναντι
στη Ρωσία, αλλά και
προβάλλοντας τη «ρωσική
απειλή» έχει πάρει την
επιλογή ενός
επανεξοπλισμού που στην
πράξη θα σημαίνει μια
μεγάλη ανακατανομή πόρων
σε βάρος του κοινωνικού
κράτος. Για να μην
αναφερθούμε στη
συνολικότερη δυσαρέσκεια
απέναντι στον «υπαρκτό
νεοφιλελευθερισμό» της
Ευρωπαϊκής Ένωσης και
του ευρώ, την οποία
προφανώς και
εκμεταλλεύεται μια
Ακροδεξιά που ξεκίνησε
ως «ευρωσκεπτικιστική»
δύναμη.
Την
ίδια ώρα, η Ακροδεξιά
μπορεί να εκμεταλλευτεί
την αποτυχία της
γερμανικής Αριστεράς να
διατυπώσει μια συνολική
αντιπολιτευτική
τοποθέτηση, πέραν από τη
γενική επίκληση της
ανάγκης για αντιφασισμό,
κοινωνική δικαιοσύνη και
αναδιανομή, μια Αριστερά
που, στη μορφή
τουλάχιστον της Die
Linke, παραμένει
εγκλωβισμένη στον
αριστερό ευρωπαϊσμό, τη
μετριοπαθή αντίθεση στον
νέο μιλιταρισμό και
ιμπεριαλισμό, και τη
μερική συμπόρευση με τη
φιλοϊσραηλινή προσήλωση
του γερμανικού πολιτικού
κατεστημένου. Από την
άλλη, η προσπάθεια της
Σάρα Βάγκενκνεχτ να
προσεταιριστεί τον «λαό
της Ακροδεξιάς» με την
υιοθέτηση μέρους των
αντιμεταναστευτικών
τοποθετήσεων μάλλον έχει
συμβάλει στην ακόμη
μεγαλύτερη νομιμοποίηση
της Ακροδεξιάς.
Απέναντι σε όλα αυτά η
προσπάθεια για
παραλλαγές «ενότητας του
συνταγματικού τόξου»
μάλλον θα έχει ως
αποτέλεσμα να
κατοχυρώσει ακόμη την
Ακροδεξιά ως τη βασική
δύναμη αντιπολίτευσης σε
μια κοινωνία όλο και πιο
δυσαρεστημένη.
Όλα
αυτά έρχονται να
καταδείξουν πώς μια
συνολικότερη – και
συνειδητή… – μετατόπιση
προς τα δεξιά τόσο της
κεντροδεξιάς όσο και της
κεντροαριστεράς στην
Ευρώπη, τόσο στο επίπεδο
της ρητορικής όσο και
των ασκούμενων
πολιτικών, σε συνδυασμό
με την συστηματική
δαιμονοποίηση κάθε
αριστερής αμφισβήτησης
(αρκεί κανείς να
κοιτάξει πώς το γαλλικό
πολιτικό και μηντιακό
σύστημα εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει τον
Μελανσόν πολύ πιο
εχθρικά από τη Λεπέν και
τον Μπαρντελά), το μόνο
που κάνει είναι απλώς να
προλειαίνει το έδαφος
για το να καταστεί η
Ακροδεξιά βασική
κυβερνητική εναλλακτική
στη Ευρώπη.
Παναγιώτης Σωτήρης
(in.gr)
|