|
Αυτό ήταν μόνο η αρχή.
Η Επανάσταση δεν έρχεται
—Έφτασε ήδη
Για χρόνια μιλούσαμε για
την τεχνητή νοημοσύνη και πως αυτή θα αποτελέσει
μια ευκαιρία ή απειλή στο μέλλον.
Δεν μιλάμε πια για ρομπότ
στο εργοστάσιο. Μιλάμε για Τεχνητή Νοημοσύνη που
γράφει κώδικα, συντάσσει νομικά έγγραφα, αναλύει
ακτινογραφίες, κάνει λογιστικές αναφορές,
εξυπηρετεί πελάτες, μεταφράζει, σχεδιάζει,
διδάσκει. Μιλάμε για ένα κύμα αυτοματισμού που
δεν χτυπά πλέον τη γραμμή παραγωγής — χτυπά το
γραφείο, τη μεσαία τάξη, τον μορφωμένο
επαγγελματία που πίστευε ότι είναι «ασφαλής».
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της
Goldman Sachs, 300 εκατομμύρια θέσεις εργασίας
παγκοσμίως αντιμετωπίζουν κίνδυνο αυτοματισμού
στα επόμενα χρόνια. Το McKinsey Global Institute
εκτιμά ότι έως το 2030, εκατοντάδες εκατομμύρια
εργαζόμενοι θα χρειαστούν να μεταβούν σε εντελώς
διαφορετικά επαγγέλματα. Ο ΟΟΣΑ έχει
προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι οι χαμηλόμισθοι
και οι εργαζόμενοι χωρίς εξειδικευμένες ψηφιακές
δεξιότητες θα είναι οι πρώτοι που θα χτυπηθούν.
Σκληρά.
Τι κάνει ο κόσμος — και τι
η Ελλάδα
Ορισμένες χώρες έχουν
αρχίσει, έστω και δειλά, να αντιλαμβάνονται το
μέγεθος της πρόκλησης.
Η Σιγκαπούρη έχει ήδη
δρομολογήσει εθνικό πρόγραμμα επανακατάρτισης
εργαζομένων με ψηφιακές δεξιότητες, με
τεράστιους πόρους και δεσμεύσεις από τον κρατικό
προϋπολογισμό. Η Γερμανία συζητά φορολόγηση των
εταιρειών που αντικαθιστούν ανθρώπους με
αυτοματισμό, για να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική
ασφάλιση. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο νόμος AI Act
είναι ένα βήμα — αλλά μόνο ένα βήμα, και κυρίως
κανονιστικό, όχι κοινωνικό. Οι Σκανδιναβικές
χώρες, με τα ισχυρά τους συστήματα κοινωνικής
προστασίας, βρίσκονται σε καλύτερη αφετηρία από
τις περισσότερες. Αλλά ακόμα και εκεί, τα
ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα.
Και η Ελλάδα;
Η Ελλάδα δεν έχει ακόμα
εθνικό σχέδιο για την αντιμετώπιση του
αντίκτυπου της Τεχνητής Νοημοσύνης στην
απασχόληση. Δεν υπάρχει κάποια συνεκτική
στρατηγική επανακατάρτισης. Δεν υπάρχει σοβαρός
εθνικός διάλογος για το τι θα συμβεί στον
λογιστή, στον νέο δικηγόρο, στον φιλόλογο, στον
δημοσιογράφο, στον δημόσιο υπάλληλο που κάνει
επαναλαμβανόμενες εργασίες. Ακούμε για ψηφιακό
μετασχηματισμό ως ευκαιρία ανάπτυξης. Δεν ακούμε
τίποτα για το κόστος του σε ανθρώπινους όρους.
Η Ελληνική Τρωτότητα
Η Ελλάδα έχει μια
ιδιαίτερη, ανησυχητική έκθεση σε αυτό το
φαινόμενο.
Η οικονομία μας στηρίζεται
δυσανάλογα σε κλάδους που είναι ιδιαίτερα
ευάλωτοι: τουρισμός (εξυπηρέτηση, κρατήσεις,
μεταφράσεις — ήδη αυτοματοποιούνται),
λιανεμπόριο (ήδη σε παρακμή λόγω e-commerce),
δημόσια διοίκηση (χιλιάδες θέσεις ρουτίνας),
νομικές και λογιστικές υπηρεσίες (ιδιαίτερα
εκτεθειμένες στα generative AI εργαλεία).
Ταυτόχρονα, οι νέοι — αυτοί που δεν έφυγαν ήδη
κατά τη διάρκεια της κρίσης — συχνά εργάζονται
σε ευέλικτες, επισφαλείς θέσεις εργασίας χωρίς
δίχτυ ασφαλείας. Είναι οι πιο εκτεθειμένοι. Και
είναι οι λιγότερο προστατευμένοι.
Επίσης, η Ελλάδα βγαίνει
μόλις από μια πολυετή οικονομική κρίση που δεν
άφησε αποθέματα — ούτε στα ταμεία, ούτε στην
κοινωνική ανθεκτικότητα. Ένα νέο κύμα εκτόπισης
θέσεων εργασίας, σε μια κοινωνία που δεν έχει
συνέλθει, είναι ένα σενάριο που κανείς δεν θέλει
να φανταστεί.
Τι Πρέπει να Γίνει — Τώρα,
Όχι Αύριο
Επιλογές πολιτικής
βούλησης:
Πρώτον, η κυβέρνηση οφείλει
να θέσει την επανακατάρτιση εργαζομένων ως
εθνική προτεραιότητα — με τους ίδιους πόρους και
προτεραιότητα που θα το έκανε σε μια φυσική
καταστροφή. Γιατί αυτό που έρχεται δεν είναι
λιγότερο καταστροφικό.
Δεύτερον, χρειαζόμαστε
εθνικό παρατηρητήριο για τον αντίκτυπο της
Τεχνητής Νοημοσύνης στην αγορά εργασίας —
δεδομένα, μετρήσεις, προβλέψεις ανά κλάδο. Δεν
γίνεται χάραξη πολιτικής δίχως σωστή ανάλυση.
Ένα πόρισμα που να χαρτογραφεί ποια επαγγέλματα
στην Ελλάδα θα εξαφανιστούν σε βάθος 3ετίας και
ποια νέα θα δημιουργηθούν. Χωρίς ωραιοποιήσεις.
Τρίτον, ο κοινωνικός
διάλογος — κυβέρνηση, εργοδότες, συνδικάτα,
πανεπιστήμια — πρέπει να ξεκινήσει αμέσως.
Πραγματικές συμφωνίες για το πώς κατανέμεται η
παραγωγικότητα που θα αποδώσει η Τεχνητή
Νοημοσύνη — μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η
συζήτηση για την Τετραήμερη Εργασία ή για την
καθολική βασική εισοδηματική στήριξη πρέπει να
γίνει τώρα, όχι όταν τα λουκέτα θα έχουν γίνει
καθεστώς.
Τέταρτον, οι εταιρείες που
αντικαθιστούν ανθρώπους με αυτοματισμό οφείλουν
να συνεισφέρουν στο κόστος της κοινωνικής
μετάβασης. Αυτό δεν είναι τιμωρία της
καινοτομίας. Είναι δικαιοσύνη. Να φορολογούμε
την αυτοματοποίηση; Να επιδοτούμε επιχειρήσεις
που διατηρούν ή μετακυλίουν το προσωπικό τους σε
νέα καθήκοντα; Είναι ώρα για ριζικές ιδέες, όχι
για μισές λύσεις.
Η λογική είναι αμείλικτη.
Μπορεί να φτάσουμε στο παράδοξο να έχουμε την
απόλυτη τεχνολογική επάρκεια, ρομπότ να παράγουν
αγαθά 24 ώρες το 24ωρο, αλγόριθμους να
προσφέρουν υπηρεσίες υψηλού επιπέδου, και
ταυτόχρονα να βυθιζόμαστε σε μια πρωτοφανή
οικονομική ύφεση. Δεν θα είναι μια κρίση
προσφοράς. Θα είναι μια κρίση ζήτησης. Μια
κατάρρευση της κατανάλωσης, γιατί το μεγάλο
κομμάτι της κοινωνίας, η μεσαία τάξη και οι
εργαζόμενοι, θα έχουν αποκλειστεί από το
εισόδημα.
Μιλάμε για ένα κραχ χωρίς
προηγούμενο. Αυτό δεν είναι μια αόριστη
δυστοπία. Είναι η μαθηματική κατάληξη της
πορείας που έχουμε χαράξει, αν δεν βάλουμε
εγκαίρως ανθρώπινες «βαλβίδες» στο σύστημα.
Η μεγάλη απόφαση
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά
σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Από τη μία, η
αδράνεια που οδηγεί βήμα-βήμα σε μια κοινωνία
χωρίς εργασία, χωρίς εισόδημα, χωρίς καταναλωτές
— μια οικονομία-φάντασμα που θα παράγει τα πάντα
αλλά δεν θα έχει κανέναν να τα αγοράσει. Από
την άλλη, η τόλμη να
σχεδιαστεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που θα
βάλει φρένο στην ανεξέλεγκτη αυτοματοποίηση και
θα διασφαλίσει ότι η τεχνολογία υπηρετεί τον
άνθρωπο και όχι το αντίθετο.
Η επιλογή είναι καθαρά
πολιτική. Και η πολιτική δεν συγχωρεί την
καθυστέρηση. Το ερώτημα δεν είναι αν θα έρθει η
αλλαγή. Ήρθε ήδη. Το ερώτημα είναι αν θα την
υποδεχτούμε όρθιοι, με σχέδιο και θωράκιση, ή αν
θα μας βρει ξανά στον ύπνο, όπως άλλες φορές στο
παρελθόν.
Η χώρα δεν έχει άλλο
περιθώριο για πειραματισμούς ή για
ωραιοποιήσεις.
Η ώρα για να γίνει κάτι δεν
είναι αύριο. Ήταν χθες.
Ο Μιχάλης Ματθαιάκης είναι ναυτιλιακός αναλυτής.
|