| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Παρασκευή, 00:01 - 04/09/2026

 

 

Σε προηγούμενη παρέμβαση υποστηρίξαμε ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα είναι κυρίως πρόβλημα χαμηλής αγοραστικής δύναμης. Ενώ οι τιμές καταναλωτή παραμένουν στο 87% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το διαθέσιμο εισόδημα του τυπικού καταναλωτή εμφανίζει σημαντική απόκλιση, περίπου στο 61% του μέσου όρου της ΕΕ. Το επόμενο ερώτημα είναι γιατί τα ελληνικά εισοδήματα παραμένουν τόσο χαμηλά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη; Η απάντηση, όπως θα δούμε, σε ο,τι αφορά τις αμοιβές εργασίας, βρίσκεται κυρίως στη μεγάλη απώλεια παραγωγικότητας που υπέστη η ελληνική οικονομία μετά την κρίση.

Η κρίση χρέους προκάλεσε μια μεγάλη διαρθρωτική διακοπή της διαδικασίας πραγματικής σύγκλισης της Ελλάδας με την ΕΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, αντί η παραγωγικότητα της εργασίας να συνεχίσει να πλησιάζει την ευρωπαϊκή, υποχώρησε από το 75% το 2008 στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ το 2025 (αριστερό γράφημα). Η μικρή ανάκαμψη που καταγράφεται μετά το 2021 είναι ελπιδοφόρα αλλά δεν έχει μέχρι στιγμής ανατρέψει αυτή τη μακροχρόνια απόκλιση.

 

                   

Η δραματική υποχώρηση της παραγωγικότητας μετά το 2008 συνδέεται με έναν συνδυασμό παραγόντων: την σωρευτική απώλεια περίπου 25% του ΑΕΠ κατά την κρίση, που προκάλεσε κατάρρευση των ιδιωτικών επενδύσεων και περιορισμένη ανανέωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, την μεγάλη αποδυνάμωση του παραγωγικού ιστού, την φυγή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού (brain drain). Παρότι η οικονομία ανέκαμψε μετά το 2017, το επενδυτικό κενό και οι διαρθρωτικές αδυναμίες δεν επέτρεψαν την επαναφορά της παραγωγικότητας στα προ κρίσης επίπεδα σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η Πορτογαλία προσφέρει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο σημείο σύγκρισης, καθώς και οι δύο χώρες υπέβαλαν τις οικονομίες τους σε προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Αντίθετα με την Ελλάδα, η Πορτογαλία απέφυγε μια παρατεταμένη κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας και υπέστη σαφώς ηπιότερη μείωση της παραγωγικότητας. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά, οι επιχειρήσεις διατήρησαν υψηλότερα επίπεδα επενδύσεων και η απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων συνέβαλε στην αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης. Ως αποτέλεσμα, η σχετική παραγωγικότητα της Πορτογαλίας έναντι του μέσου όρου της ΕΕ, που το 2008 υστερούσε σε σχέση με την Ελλάδα, παρέμεινε σχεδόν σταθερή, υπερβαίνοντας πλέον σαφώς την Ελλάδα.

Η εξέλιξη της παραγωγικότητας είναι κρίσιμη για τους μισθούς. Τα στοιχεία της Eurostat καταγράφουν ότι οι σχετικές αμοιβές της εργασίας στην Ελλάδα ακολούθησαν σε γενικές γραμμές την πτωτική πορεία της παραγωγικότητας. Η ωριαία αμοιβή υποχώρησε από το 78% του μέσου όρου της ΕΕ το 2008 στο 48% το 2021, για να ανακάμψει κάπως πιο πρόσφατα στο 52% (δεξιό γράφημα).

Η λειτουργία της αγοράς εργασίας έχει επίσης αποφασιστική σημασία για την εξέλιξη των αμοιβών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μισθοί είχαν υποχωρήσει το 2021 περισσότερο από την παραγωγικότητα, σε σχέση πάντα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αύξηση της ανεργίας, που ξεπέρασε το 27% στην κορύφωση της κρίσης, καθώς και με τις μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής. Η αποκέντρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η μεγαλύτερη ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις και οι μειώσεις του κατώτατου μισθού συνέβαλαν στην εντονότερη προσαρμογή των αμοιβών πέραν εκείνης που δικαιολογούσε η υποχώρηση της παραγωγικότητας. Μετά το 2021, καθώς η ανεργία αποκλιμακώθηκε, οι αμοιβές άρχισαν να ανακάμπτουν ταχύτερα από την παραγωγικότητα, περιορίζοντας ένα μέρος της απόκλισης που είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Η μεγαλύτερη ευελιξία της αγοράς εργασίας μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας αν οδηγεί σε καλύτερη κατανομή της εργασίας, επενδύσεις και τεχνολογική αναβάθμιση. Όμως οι μεταρρυθμίσεις λειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό ως μηχανισμός εσωτερικής υποτίμησης, έτσι ώστε η μείωση του κόστους εργασίας να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα μέσα στην ευρωζώνη. Η παραγωγικότητα δεν ακολούθησε. Για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα μέσω υψηλότερης παραγωγικότητας πρέπει η ευελιξία της αγοράς εργασίας να συνδυάζεται με επενδύσεις, τεχνολογία, δεξιότητες και κίνητρα για παραγωγική αναβάθμιση. Καθώς αυτές οι προϋποθέσεις δεν προέκυψαν σαν αποτέλεσμα της κρίσης το παραγωγικό πρότυπο χαμηλής παραγωγικότητας δεν άλλαξε.

 

Αντίθετα, η μεγαλύτερη σταθερότητα της παραγωγικότητας επέτρεψε στην Πορτογαλία να αποφύγει τη δραστική συμπίεση των αμοιβών που χαρακτήρισε την ελληνική προσαρμογή. Ως αποτέλεσμα, μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, η Ελλάδα έχασε το συγκριτικό πλεονέκτημα που διατηρούσε έναντι της Πορτογαλίας τόσο στην παραγωγικότητα όσο και στις αμοιβές της εργασίας.

Το συμπέρασμα πού προκύπτει είναι ότι αμοιβές και παραγωγικότητα ακολούθησαν σε μεγάλο βαθμό παράλληλη πορεία. Η πραγματική αιτία της υστέρησης των μισθών είναι η μεγάλη απώλεια σχετικής παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια της κρίσης, από την οποία η χώρα ανακάμπτει αργά.

Η πραγματική σύγκλιση των ελληνικών εισοδημάτων με την Ευρώπη δεν θα προέλθει συνεπώς από διοικητικές αυξήσεις μισθών, αλλά από μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία ανά ώρα εργασίας. Οι διαρθρωτικές αδυναμίες που εγκλωβίζουν την ελληνική οικονομία σε τροχιά χαμηλής παραγωγικότητας — από την κλαδική της διάρθρωση και το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων έως τις αδυναμίες της αγοράς εργασίας και την εκτεταμένη παραοικονομία — καθώς και οι προϋποθέσεις για την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου θα μας απασχολήσουν στα επόμενα άρθρα.

* Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΟΣΑ. 

Πρώτη δημοσίευση στο Money Review

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum