|
Η
νέα κλιμάκωση στη Μέση
Ανατολή και η άνοδος του
πετρελαίου πάνω από τα
100 δολάρια το βαρέλι
έχουν επαναφέρει έναν
κίνδυνο που η Ευρώπη
γνωρίζει καλά, τη
μεταφορά του αυξημένου
ενεργειακού κόστους στις
τιμές αγαθών και
υπηρεσιών.
Υπάρχει, ωστόσο, μια
σημαντική διαφορά σε
σχέση με την
πληθωριστική κρίση του
2022.
Οι
υποκείμενες πιέσεις
εμφανίζονται σαφώς
ηπιότερες.
Ο
δομικός πληθωρισμός
βρίσκεται κοντά στο
2,4%, ενώ οι
μισθολογικές πιέσεις
έχουν αρχίσει να
αποκλιμακώνονται. Αυτό
περιορίζει μέχρι στιγμής
τον κίνδυνο δημιουργίας
ενός νέου
αυτοτροφοδοτούμενου
κύκλου αυξήσεων τιμών
και μισθών.
Η
ΕΚΤ καλείται επομένως να
ισορροπήσει ανάμεσα σε
δύο αντικρουόμενες
δυνάμεις.
Από
τη μία πλευρά, η αύξηση
της ενέργειας απαιτεί
μεγαλύτερη νομισματική
αυστηρότητα.
Από
την άλλη, μια
παρατεταμένη περίοδος
υψηλών επιτοκίων θα
μπορούσε να επιβαρύνει
την ήδη περιορισμένη
ανάπτυξη της Ευρωζώνης.
Εξάλλου, οι νέες
εκτιμήσεις τοποθετούν
την ανάπτυξη του 2026
περίπου στο 0,9%, ενώ ο
πληθωρισμός προβλέπεται
κοντά στο 3% για το
σύνολο του έτους και στο
2,5% το 2027.
Για
τις αγορές, συνεπώς, η
σημερινή αύξηση έχει
μικρότερη σημασία από
την τροχιά που θα
ακολουθήσει η ΕΚΤ από
εδώ και πέρα.
Οι
αποδόσεις των κρατικών
ομολόγων έχουν ήδη
αυξηθεί σημαντικά,
αντανακλώντας την
προσδοκία ότι η περίοδος
χαμηλότερων επιτοκίων
μετατίθεται χρονικά.
Ένα
μήνυμα ότι απαιτούνται
πρόσθετες αυξήσεις θα
μπορούσε να ασκήσει νέα
πίεση στις τιμές των
ομολόγων και στις
μετοχές εταιρειών με
υψηλό δανεισμό, ενώ θα
ήταν περισσότερο
υποστηρικτικό για το
ευρώ και, σε έναν βαθμό,
για τις τράπεζες.
Η
εικόνα παραμένει
περισσότερο σύνθετη για
τις μετοχές. Τα
υψηλότερα επιτόκια
αυξάνουν το
προεξοφλητικό επιτόκιο
και περιορίζουν τις
αποτιμήσεις, ιδιαίτερα
σε εταιρείες ανάπτυξης
και επιχειρήσεις με
έντονες χρηματοδοτικές
ανάγκες.
Παράλληλα όμως, η
απόφαση της ΕΚΤ
αντανακλά και την
ανθεκτικότητα της
ευρωπαϊκής οικονομίας, η
οποία μέχρι σήμερα έχει
απορροφήσει καλύτερα από
το αναμενόμενο τις
επιπτώσεις του
ενεργειακού σοκ.
Το
σημαντικότερο συμπέρασμα
είναι ότι η νομισματική
χαλάρωση που χαρακτήρισε
το 2024 και το 2025 έχει
πλέον αντιστραφεί.
Η
ΕΚΤ βρίσκεται ξανά σε
φάση διαχείρισης
ανοδικών πληθωριστικών
κινδύνων. Το αν θα
ακολουθήσει νέα αύξηση
μέχρι το τέλος του έτους
θα εξαρτηθεί κυρίως από
την πορεία του
πετρελαίου, τη διάρκεια
της γεωπολιτικής έντασης
και, κυρίως, από το εάν
η άνοδος της ενέργειας
αρχίσει να περνά στις
υπηρεσίες, στους μισθούς
και στις προσδοκίες για
τον πληθωρισμό.
Η
σημερινή κίνηση ήταν
αναμενόμενη. Η
πραγματική είδηση για
τις αγορές θα είναι αν
το 2,50% αποτελεί στάση
ή απλώς τον επόμενο
σταθμό σε έναν νέο κύκλο
αυξήσεων.
Ο Συμεών Μαυρουδής είναι
Διαχειριστής Α/Κ και
ιδιωτικών χαρτοφυλακίων
στη Fast Finance ΑΕΠΕΥ
|