|
Σε μια περίοδο κατά την
οποία η Ευρώπη
επανατοποθετεί τη
βιομηχανία στο επίκεντρο
της οικονομικής
ανθεκτικότητας, της
πράσινης μετάβασης και
της στρατηγικής
αυτονομίας, η δημόσια
συζήτηση δεν πρέπει να
περιορίζεται σε γενικές
κατευθύνσεις πολιτικής
αλλά να επικεντρώνεται
σε συγκεκριμένες
προτάσεις εφαρμογής
πολιτικών με άξονα την
ενίσχυση των παραγωγικών
επενδύσεων. Απαιτούνται
πλέον πρακτικά εργαλεία
που μειώνουν το βάρος
της επενδυτικής
απόφασης, ενισχύουν τη
ρευστότητα των
επιχειρήσεων και
δημιουργούν τις
προϋποθέσεις για
ταχύτερη αναβάθμιση του
παραγωγικού τους
εξοπλισμού.
Οι επενδύσεις στην
Ελλάδα κινήθηκαν σαφώς
ανοδικά την περίοδο
2019-2024 και αυτό
οφείλεται στην ανάκτηση
της εμπιστοσύνης έναντι
της χώρας και των θεσμών
της. Η κάλυψη του
επενδυτικού κενού που
οφείλεται στην
επενδυτική αναιμία της
περιόδου της
δημοσιονομικής κρίσεως,
υποδεικνύει ότι η τάση
ενίσχυσης των
επενδύσεων, ιδίως σε
παραγωγικούς τομείς, θα
πρέπει να συνεχισθεί τα
επόμενα έτη με
υψηλότερους ρυθμούς
έναντι των κρατών-μελών
της Ε.Ε.
Σήμερα, στην Ελλάδα, οι
αποσβέσεις για
μηχανήματα και
μηχανολογικό εξοπλισμό
πραγματοποιούνται με
σταθερό ετήσιο
συντελεστή, με
αποτέλεσμα μια
βιομηχανική επένδυση να
απαιτεί έως και 10 έτη
για να αποσβεστεί
πλήρως, ενώ η διάρκεια
ζωής του εξοπλισμού σε
ορισμένες περιπτώσεις
μπορεί να έχει παρέλθει
ή ο κύκλος ζωής του
προϊόντος να βαίνει προς
την ολοκλήρωσή του. Το
πλαίσιο αυτό μπορεί να
λειτουργεί ανασταλτικά
για επιχειρήσεις με
υψηλές κεφαλαιουχικές
δαπάνες, ιδιαίτερα σε
ένα περιβάλλον αυξημένου
κόστους χρηματοδότησης,
ενεργειακών πιέσεων και
διεθνούς ανταγωνισμού.
Η Ελλάδα, με βάση το
υφιστάμενο φορολογικό
πλαίσιο, έχει από τους
χαμηλότερους συντελεστές
απόσβεσης, χωρίς τη
δυνατότητα εφαρμογής
υψηλότερου συντελεστή
απόσβεσης το πρώτο έτος
της κτήσης του παγίου
στοιχείου. Η πρόσβαση σε
υψηλούς συντελεστές
(20%-40%) είναι
αποκλειστικά δεσμευτική
μέσω του καθεστώτος
Στρατηγικών Επενδύσεων,
ενώ η ένταξη απαιτεί
υψηλά κατώφλια
κεφαλαίου, καθιστώντας
το μέτρο δυσπρόσιτο για
τη μέση επιχείρηση και
τις ΜμΕ της μεταποίησης
που δεν πληρούν τα
στρατηγικά κριτήρια.
Οι επιταχυνόμενες
αποσβέσεις δίνουν στις
επιχειρήσεις τη
δυνατότητα να ανακτούν
ταχύτερα το κόστος
επενδύσεων σε πάγιο
εξοπλισμό, ενισχύοντας
τη διαθέσιμη ρευστότητα
στα πρώτα και πιο
κρίσιμα έτη του
επενδυτικού κύκλου. Με
τον τρόπο αυτό δεν
αποτελούν απλώς μια
φορολογική ρύθμιση, αλλά
ένα ουσιαστικό εργαλείο
αναπτυξιακής και
βιομηχανικής πολιτικής.
Η εφαρμογή ταχύτερων
αποσβέσεων μπορεί να
οδηγήσει σε σημαντική
ενίσχυση της οικονομικής
δραστηριότητας και της
απασχόλησης.
Συγκεκριμένα, στο
σενάριο της 5ετούς
απόσβεσης, το ΑΕΠ
εκτιμάται ότι θα
ενισχυθεί σωρευτικά κατά
504 εκατ. ευρώ με 50%
επανεπένδυση της νέας
ρευστότητας, ενώ το
όφελος μπορεί να αγγίξει
τα 725 εκατ. ευρώ εάν η
επανεπένδυση φτάσει το
70%. Αντίστοιχα, τα
δημόσια έσοδα αναμένεται
να αυξηθούν κατά άνω των
158 εκατ. ευρώ στην
περίπτωση του 50%
επανεπένδυσης (5ετής
απόσβεση). Στην
περίπτωση όπου η
αυξημένη ρευστότητα
επανεπενδύεται κατά 70%,
η επίδραση στα δημόσια
φορολογικά έσοδα
εκτιμάται σε 142 εκατ.
ευρώ (σωρευτικά) στο
σενάριο της 7ετούς
απόσβεσης και σε 227
εκατ. ευρώ για την 5ετή
περίοδο απόσβεσης.
Παράλληλα, οι
επιταχυνόμενες
αποσβέσεις δεν αποτελούν
μόνιμο κόστος για τον
κρατικό προϋπολογισμό,
αλλά αναβαλλόμενα έσοδα,
η αρχική υστέρηση των
οποίων αντισταθμίζεται
πλήρως από την αύξηση
των επενδύσεων και τις
πολλαπλασιαστικές
επιδράσεις στην
οικονομία. Η πρόσθετη
ρευστότητα που προκύπτει
για τις επιχειρήσεις
εκτιμάται σε 623 εκατ.
ευρώ στο σενάριο της
7ετούς διάρκειας
αποσβέσεων και σε άνω
του 1 δισ. ευρώ στην
περίπτωση της 5ετούς
διάρκειας.
Η διεθνής εμπειρία
καταδεικνύει ότι οι
επιταχυνόμενες
αποσβέσεις αξιοποιούνται
ήδη από σειρά ευρωπαϊκών
και μη οικονομιών ως
μέσο ενθάρρυνσης
ιδιωτικών επενδύσεων,
τεχνολογικής αναβάθμισης
και βιομηχανικής
ανταγωνιστικότητας.
Συγκεκριμένα, 20 από τα
27 κράτη-μέλη της Ε.Ε.
εφαρμόζουν σχετικούς
μηχανισμούς, γεγονός που
δείχνει ότι η επιτάχυνση
της ανάκτησης του
επενδυτικού κόστους
αποτελεί πλέον βασικό
μοχλό στήριξης της
βιομηχανικής
ανταγωνιστικότητας στην
Ευρώπη. Η πρακτική αυτή
αποδεικνύει ότι οι
επιταχυνόμενες
αποσβέσεις δεν αποτελούν
μια θεωρητική ή
αποσπασματική φορολογική
παρέμβαση, αλλά ένα
εργαλείο που
αξιοποιείται ήδη από τη
μεγάλη πλειονότητα των
κρατών-μελών της Ε.Ε.
μιας και υφίσταται
σχετική παρότρυνση στις
συστάσεις της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής στο πλαίσιο
της Συμφωνίας για την
Καθαρή Βιομηχανία.
Ετσι, από τη σύγκριση με
άλλες χώρες
αναδεικνύεται η ανάγκη η
Ελλάδα να εξετάσει πιο
ευέλικτα, οριζόντια και
ανταγωνιστικά εργαλεία
πολιτικής, προκειμένου
να στηρίξει ουσιαστικά
την παραγωγική της βάση,
καθώς το ισχύον νομικό
πλαίσιο αποτελεί
ανταγωνιστικό
μειονέκτημα σε σχέση με
την Ε.E.
Η ελληνική βιομηχανία
έχει ανάγκη από εργαλεία
που μετατρέπουν την
επενδυτική πρόθεση σε
επενδυτική πράξη. Οι
επιταχυνόμενες
αποσβέσεις δεν είναι
απλώς ένας τεχνικός
φορολογικός μηχανισμός.
Είναι ένας πρακτικός
τρόπος να στηριχθεί η
ρευστότητα των
επιχειρήσεων, να
επιταχυνθεί ο
εκσυγχρονισμός του
παραγωγικού εξοπλισμού
και να ενισχυθεί η
ανταγωνιστικότητα της
ελληνικής οικονομίας. Αν
θέλουμε περισσότερες
παραγωγικές επενδύσεις,
οφείλουμε να
δημιουργήσουμε το
πλαίσιο που θα τις
ξεκλειδώσει.
Η δημόσια συζήτηση για
τις αποσβέσεις δεν είναι
μια στενά λογιστική ή
φοροτεχνική συζήτηση.
Είναι μια συζήτηση για
το πώς η Ελλάδα μπορεί
να κινητοποιήσει
περισσότερες παραγωγικές
επενδύσεις, να ενισχύσει
τη βιομηχανική της βάση
και να ανταποκριθεί στις
νέες ευρωπαϊκές και
διεθνείς απαιτήσεις
ανταγωνιστικότητας.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι σαφές: η κάλυψη
του επενδυτικού κενού
και η ενίσχυση της
παραγωγικής
δυναμικότητας της χώρας
απαιτούν πολιτικές που
δεν περιορίζονται στο να
αναγνωρίζουν την ανάγκη
για επενδύσεις, αλλά
δημιουργούν τις συνθήκες
για να πραγματοποιηθούν.
*Ο κ. Π. Λώλος είναι
πρόεδρος του Δ.Σ. του
Συνδέσμου Βιομηχανιών
Στερεάς Ελλάδας.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|