|
Η Νορβηγία παραμένει ο
βασικός πνεύμονας εισαγόμενου φυσικού αερίου της
Ευρώπης, με ροές που καλύπτουν περίπου το ένα
τρίτο των συνολικών εισαγωγών, αλλά δεν μπορεί
να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή της. Η ανάγκη
για νέες, σταθερές και οικονομικά λογικές πηγές
καθιστά κρίσιμη τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού
συστήματος τεσσάρων αξόνων. Οι τέσσερις αυτοί
άξονες δεν ταυτίζονται με τους υφιστάμενους
άξονες Νότου–Βορρά της Ιταλίας και της Κροατίας,
αλλά αποτελούν διακριτό σύστημα που αφορά
αποκλειστικά τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τις
ροές προς τα Βαλκάνια.
Ο πρώτος
άξονας είναι η επέκταση του TAP,
που λειτουργεί με 10 Bcm ετησίως και έχει
σχεδιαστεί για να φτάσει τα 20 Bcm. Το πρώτο
στάδιο, που ολοκληρώνεται το 2026, προσθέτει 1,2
Bcm, ενώ η πλήρης αναβάθμιση μπορεί να
ολοκληρωθεί σε 3–4 χρόνια από τη λήψη
επενδυτικής απόφασης. Η τεχνική ωριμότητα του
TAP τον καθιστά την ταχύτερη ενίσχυση μηLNG ροών
προς την Ευρώπη, εφόσον υπάρξει πολιτικό σήμα
ότι το αέριο της Κασπίας παραμένει στρατηγικό
μετά το 2030.
Ο δεύτερος
άξονας είναι το Neptun Deep της
Ρουμανίας, το μεγαλύτερο offshore έργο φυσικού
αερίου εντός της ΕΕ. Με κόστος 4–5 δισ. ευρώ και
πρώτο αέριο το 2027, θα παράγει περίπου 8 Bcm
ετησίως. Ως ενδοευρωπαϊκή πηγή με πλήρη θεσμικό
έλεγχο, μπορεί να τροφοδοτήσει Βουλγαρία,
Ουγγαρία και Κεντρική Ευρώπη, μειώνοντας την
ανάγκη για LNG, εφόσον υπάρξει ρυθμιστική
εναρμόνιση στους Κάθετους Διαδρόμους.
Ο τρίτος
άξονας είναι η Βόρεια Αφρική, με
σημαντικά αποθέματα και υφιστάμενους αγωγούς
προς Ιταλία και Ισπανία. Μετά τις αναβαθμίσεις,
μπορεί να προσφέρει 70–77 Bcm ετησίως προς την
Ευρώπη, με την Αλγερία στα 60–65 Bcm και τη
Λιβύη στα 10–12 Bcm. Οι ροές αυτές ενισχύουν την
Κεντρική Ευρώπη και επιτρέπουν μεγαλύτερη
ευελιξία στις ροές από Κασπία και Μαύρη Θάλασσα
προς τη ΝΑ Ευρώπη. Παρά το γεωπολιτικό ρίσκο, η
περιοχή παραμένει κρίσιμη για την ευρωπαϊκή
ισορροπία.
Ο τέταρτος
άξονας είναι ο σταθμός
αεριοποίησης της Αλεξανδρούπολης, με δυνατότητα
6 Bcm ετησίως και κόστος περίπου 650 εκατ. ευρώ.
Ο σταθμός ενισχύει την ευελιξία του συστήματος
και λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις ροές
αγωγών.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η
Ελλάδα μπορεί να προσθέσει 5–10 Bcm ετησίως από
πιθανά κοιτάσματα νότια της Κρήτης, ενώ
αντίστοιχοι όγκοι 5–10 Bcm μπορούν να προέλθουν
από τη Λιβύη, εφόσον αναπτυχθεί κατάλληλη
υποδομή. Όλες αυτές οι πηγές αποκτούν αξία μόνο
εφόσον μπορούν να διοχετευθούν αποτελεσματικά
προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Σε αυτό το πλαίσιο, το
ενιαίο σύστημα Κάθετων Διαδρόμων των Βαλκανίων
αποκτά κεντρική σημασία. Το κόστος των
αναβαθμίσεων και των νέων υποδομών για πλήρη
αμφίδρομη λειτουργία εκτιμάται σε αρκετά
δισεκατομμύρια ευρώ. Απαιτούνται νέοι
συμπιεστές, ενισχύσεις σε κομβικά σημεία,
αναβαθμίσεις αποθήκευσης και εναρμόνιση
ρυθμιστικών πλαισίων. Η καθυστέρηση της Ε.Ε. να
οριστικοποιήσει το ποσοστό συγχρηματοδότησης
έχει περισσότερο στρατηγικό χαρακτήρα, καθώς η
Ένωση επιδιώκει να αποφύγει πρόωρη δέσμευση που
θα μπορούσε να εκληφθεί είτε ως προτίμηση στο
LNG είτε ως προνομιακή ενίσχυση των αγωγών. Η ΕΕ
μπορεί να καλύψει έως 50% των επιλέξιμων δαπανών
μέσω του CEF Energy και έως 75% για έργα
ασφάλειας εφοδιασμού, καθιστώντας το εγχείρημα
στρατηγικά βιώσιμο.
*Ο κ. Μπασιάς είναι Ενεργειακός αναλυτής, πρώην
Διευθύνων Σύμβουλος ελληνικής διαχειριστικής
εταιρείας υδρογονανθράκων
Πρώτη δημοσίευση στη
Ναυτεμπορική
|