|
Η
εικόνα αυτή αλλάζει
αισθητά την ανάγνωση της
αμερικανικής αγοράς
εργασίας. Η μέση μηνιαία
αύξηση των θέσεων κατά
τους τελευταίους δώδεκα
μήνες περιορίζεται πλέον
στις μόλις 34.000,
γεγονός που δείχνει ότι
η δημιουργία απασχόλησης
έχει χάσει σημαντικό
μέρος της προηγούμενης
δυναμικής της.
Επιφανειακά, η υποχώρηση
της ανεργίας στο 4,1%
από 4,2% θα μπορούσε να
θεωρηθεί θετική. Η
πραγματική εικόνα όμως
είναι διαφορετική, διότι
περίπου 264.000 άνθρωποι
αποχώρησαν από το
εργατικό δυναμικό, με
αποτέλεσμα το ποσοστό
συμμετοχής να υποχωρήσει
περαιτέρω στο 61,4%,
κοντά στο χαμηλότερο
επίπεδο των τελευταίων
5,5 ετών.
Εξάλλου, από τον
Ιανουάριο η συμμετοχή
έχει μειωθεί κατά 0,7
ποσοστιαίες μονάδες,
κάτι που υποδεικνύει ότι
η πτώση της ανεργίας δεν
προέρχεται από
ισχυρότερη δημιουργία
θέσεων, αλλά σε
σημαντικό βαθμό από τη
συρρίκνωση του εργατικού
δυναμικού.
Έτι
περαιτέρω, η σύνθεση των
payrolls προκαλεί
προβληματισμό, μιας και
η απασχόληση στην τοπική
δημόσια εκπαίδευση
μειώθηκε κατά 50.000
θέσεις, το λιανεμπόριο
έχασε 19.000 και οι
χρηματοοικονομικές
δραστηριότητες άλλες
14.000. Η υγεία
εξακολούθησε να
δημιουργεί θέσεις, αλλά
μόλις 22.000, αισθητά
λιγότερες από τον μέσο
μηνιαίο ρυθμό των 36.000
του τελευταίου έτους.
Στη μεταποίηση, τις
κατασκευές, τις
μεταφορές, τις
επαγγελματικές υπηρεσίες
και τη φιλοξενία δεν
καταγράφηκαν ουσιαστικές
μεταβολές.
Ακόμη σημαντικότερο για
τη Fed είναι ότι οι
μισθολογικές πιέσεις
υποχώρησαν παράλληλα με
την απασχόληση. Οι μέσες
ωριαίες αποδοχές
αυξήθηκαν μόλις κατά 2
σεντς τον Ιούλιο, ενώ ο
ετήσιος ρυθμός αύξησης
επιβραδύνθηκε στο 3,2%,
από 3,4% αναθεωρημένο
τον Ιούνιο και έναντι
προσδοκιών περίπου 3,5%.
Το
παραπάνω θέλει λίγη
ακόμα ανάλυση. Μέχρι
σήμερα η Fed είχε σοβαρό
λόγο να επικεντρώνεται
στον πληθωρισμό και να
διατηρεί ανοικτό ακόμη
και το ενδεχόμενο νέας
αύξησης επιτοκίων. Μετά
τα σημερινά στοιχεία
όμως η εξίσωση γίνεται
πιο περίπλοκη. Πολύ
απλά, ισχύουν τα εξής:
Ασθενέστερη απασχόληση +
μεγάλες καθοδικές
αναθεωρήσεις +
χαμηλότερη συμμετοχή +
επιβράδυνση μισθών =
μικρότερη πίεση για
άμεση περαιτέρω σύσφιγξη
της νομισματικής
πολιτικής.
Η
αγορά αντέδρασε ακριβώς
προς αυτή την
κατεύθυνση, με τις
αποδόσεις των
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων και το δολάριο
κινήθηκαν χαμηλότερα,
ενώ η πιθανότητα
αύξησης των επιτοκίων
τον Σεπτέμβριο υποχώρησε
περίπου στο 44% από 57%
πριν από την ανακοίνωση.
Για
τις μετοχές, αυτό
δημιουργεί αρχικά ένα
ευνοϊκό σενάριο, διότι
μια ασθενέστερη αγορά
εργασίας οδηγεί σε
μικρότερη πιθανότητα
αύξησης επιτοκίων, και
επομένως χαμηλότερες
αποδόσεις ομολόγων.
Αυτό, με τη σειρά του,
προκαλεί μικρότερη πίεση
στις αποτιμήσεις,
ιδιαίτερα για τις
εταιρείες ανάπτυξης και
την τεχνολογία, ή ακόμα
και “παράθυρο” για νέες,
υψηλότερες τέτοιες.
Υπάρχει όμως ένα όριο σε
αυτή τη λογική. Ο μοχλός
αυτός λειτουργεί για τη
Wall Street μόνο όσο η
επιβράδυνση θεωρείται
ελεγχόμενη, διότι εάν οι
επόμενες ανακοινώσεις
επιβεβαιώσουν ότι η
αμερικανική οικονομία
περνά από την
επιβράδυνση σε
ουσιαστική συρρίκνωση
της απασχόλησης, τότε η
αγορά θα αρχίσει να
ανησυχεί περισσότερο για
ανάπτυξη, κατανάλωση και
εταιρικά κέρδη παρά να
πανηγυρίζει για
χαμηλότερα επιτόκια.
Το
επόμενο κρίσιμο τεστ
έρχεται ήδη την επόμενη
εβδομάδα με τον
πληθωρισμό. Εάν ο CPI
παραμείνει υψηλός, η Fed
θα βρεθεί αντιμέτωπη με
μια δύσκολη ισορροπία:
επίμονος πληθωρισμός από
τη μία, εξασθενημένη
αγορά εργασίας από την
άλλη. Εάν αντίθετα
εμφανιστούν και σημάδια
αποκλιμάκωσης των τιμών,
τα σημερινά payrolls θα
αποτελέσουν πολύ
ισχυρότερο επιχείρημα
εναντίον μιας νέας
αύξησης επιτοκίων.
Επομένως, οι
ανακοινώσεις για την
αγορά εργασίας ήταν μια
ένδειξη ότι η
αμερικανική αγορά
εργασίας αρχίζει να
αποτελεί πραγματικό
περιορισμό για τη Fed,
αλλάζοντας τις
ισορροπίες μεταξύ
πληθωρισμού, επιτοκίων
και ανάπτυξης που θα
καθορίσουν την επόμενη
κίνηση των αγορών.
Ο Συμεών Μαυρουδής είναι
Διαχειριστής Α/Κ και
ιδιωτικών χαρτοφυλακίων
στη Fast Finance ΑΕΠΕΥ
|