|
Επίσης, ιδιαίτερα έντονο
είναι το πρόβλημα για
τους φοιτητές και τις
οικογένειές τους, καθώς
σε πολλές
πανεπιστημιακές πόλεις,
η αναζήτηση μίας μικρής
και αξιοπρεπούς
κατοικίας μετατρέπεται
σε οικονομικό και
πρακτικό μαραθώνιο.
Αυτό σημαίνει πως το
υψηλό ενοίκιο, οι
λογαριασμοί και το
κόστος διαβίωσης μπορούν
να επιβαρύνουν τον
οικογενειακό
προϋπολογισμό κατά
εκατοντάδες ευρώ τον
μήνα. Υπό αυτές τις
συνθήκες, η δυνατότητα
ενός νέου να σπουδάσει
μακριά από τον τόπο
κατοικίας του, εξαρτάται
όλο και περισσότερο από
την οικονομική επιφάνεια
της οικογένειάς του,
περιορίζοντας στην πράξη
την ισότητα στην
εκπαίδευση.
Με
βάση τα παραπάνω
δεδομένα, η κυβέρνηση
έχει επιχειρήσει να
ενισχύσει την προσφορά
μέσω του προγράμματος
Ανακαινίζω και Νοικιάζω,
το οποίο επιδοτεί έως το
60% των εργασιών
ανακαίνισης κλειστών
κατοικιών, με ανώτατη
ενίσχυση 8.100 ευρώ, το
οποίο είναι στη θετική
κατεύθυνση.
Παράλληλα, έχουν
εφαρμοστεί περιορισμοί
στις νέες βραχυχρόνιες
μισθώσεις σε
επιβαρυμένες περιοχές
και έχουν θεσπιστεί
επιδόματα ή επιστροφές
ενοικίου. Ωστόσο, τα
μέτρα χρειάζονται χρόνο
για να αποδώσουν, ενώ το
έλλειμμα διαθέσιμων
κατοικιών, η
περιορισμένη οικοδομική
δραστηριότητα των
προηγούμενων ετών και η
ισχυρή επενδυτική ζήτηση
εξακολουθούν να έχουν
ανοδική επίδραση στις
τιμές.
Οι
μακροπρόθεσμες συνέπειες
αυτού του φαινομένου
μπορεί να είναι έντονες
αν όχι ανυπολόγιστες.
Πιο συγκεκριμένα, όταν
τα νοικοκυριά διαθέτουν
δυσανάλογο μέρος του
εισοδήματός τους για τη
στέγη, περιορίζουν την
κατανάλωση, την
αποταμίευση και τις
επενδύσεις τους.
Να
τονίσουμε πως η Ελλάδα
καταγράφει ήδη το
υψηλότερο ποσοστό
υπερβολικής επιβάρυνσης
από το στεγαστικό κόστος
στην ΕΕ, γεγονός που
αποδυναμώνει την
πραγματική αγοραστική
δύναμη ακόμη και όταν η
οικονομία αναπτύσσεται
και παρά την αύξηση των
κατώτατων μισθών.
Επιπρόσθετα, η ακριβή
κατοικία καθυστερεί τη
δημιουργία οικογένειας,
εντείνει το δημογραφικό
πρόβλημα, δυσκολεύει την
κινητικότητα των
εργαζομένων και
διευρύνει τις ανισότητες
μεταξύ ιδιοκτητών και
ενοικιαστών.
Είναι επίσης προφανές,
πως οι επιχειρήσεις σε
τουριστικές και αστικές
περιοχές δυσκολεύονται
να προσελκύσουν
προσωπικό, επειδή οι
εργαζόμενοι δεν μπορούν
να βρουν προσιτή στέγη
κοντά στον τόπο εργασίας
τους.
Συμπερασματικά, η
στεγαστική κρίση δεν
αποτελεί απλώς ένα
πρόβλημα της αγοράς
ακινήτων, αλλά είναι
απειλή για την κοινωνική
συνοχή, τη δημογραφική
προοπτική και τη βιώσιμη
ανάπτυξη της χώρας.
Η
αντιμετώπισή της απαιτεί
σταθερή αύξηση της
προσφοράς, αξιοποίηση
των κλειστών κατοικιών,
ουσιαστική κοινωνική
κατοικία, νέες και
σύγχρονες φοιτητικές
εστίες και μακροχρόνιο
σχεδιασμό, με συνεχή
εποπτεία των δεδομένων
προσφοράς και ζήτησης
στην αγορά.
Σε
κάθε περίπτωση, αν δεν
τρέξουν όλες οι
πρωτοβουλίες
συντονισμένα στο πλαίσιο
μιας εθνικής στρατηγικής
ή μέσα και από έναν
ενιαίο φορέα
διαχείρισης, η
οικονομική ανάπτυξη θα
παραμείνει ένα
ονομαστικό μέγεθος, που
θα επηρεάζει όλο και
λιγότερο την
καθημερινότητα και την
ποιότητα ζωής των
πολιτών.
Ο
Μελέτης Ρεντούμης είναι
οικονομολόγος
|