|
Βρισκόμαστε σήμερα σε
μια στροφή της Ιστορίας,
σε μια «επιστροφή στο
μέλλον». Το
«διευθυνόμενο εμπόριο»
(managed trade), όπου οι
δασμοί χρησιμοποιούνται
για να τροποποιήσουν τις
κατευθύνσεις των
εφοδιαστικών αλυσίδων
ώστε να εξυπηρετηθούν
πρωτίστως εθνικά
συμφέροντα, αλλά και η
νέα βιομηχανική
πολιτική, κυριαρχούν ως
μέσα εθνικής ασφάλειας
και επιδίωξης εθνικών
οικονομικών συμφερόντων.
Ο οικονομικός εθνικισμός
και το δόγμα του
«διευθυντισμού»
(dirigisme) επιστρέφουν
θριαμβευτικά. Τα
παιχνίδια της Ιστορίας
είναι περίεργα. H
Αμερική ιδίως αλλά και η
Ευρώπη φέρεται να
εφαρμόζουν πολιτικές που
μέχρι πριν από λίγα
χρόνια θεωρούνταν, με
την ορολογία των
πολιτικών αγορών,
σοσιαλιστικές θα έλεγε
κανείς. Παράδειγμα η
αγορά από τη διοίκηση
Τραμπ του 9,9% της
Intel. Κατά την έννοια
αυτή, οι πολιτικές αυτές
είναι ίσως μια παραλλαγή
του κινεζικού
οικονομικού μοντέλου της
βαριάς, στρατηγικής
όμως, παρέμβασης στην
οικονομία με σκοπό τη
σταθερή εθνική ανάπτυξη.
Και μάλιστα με κάθε
κόστος στην ποιότητα
ζωής, στον ελεύθερο
χρόνο κ.τ.λ.
Ο
δεύτερος μοχλός των
ραγδαίων εξελίξεων είναι
η εκθετική ανάπτυξη της
ΑΙ, μοχλός στενά
συνδεδεμένος πάντως με
όλες τις παραπάνω
εξελίξεις. Η κούρσα για
τον έλεγχο των κρίσιμων
ενεργειακών πηγών και
εμπορευμάτων όπως λίθιο,
κοβάλτιο, μαγνήσιο,
γραφίτης κ.ά. για την
παραγωγή «ολοκληρωμένων
κυκλωμάτων» (chips) &
Data Centers, είναι
χωρίς προηγούμενο,
χωρίζοντας τις χώρες σε
αντίπαλες ομάδες και
ανταγωνιστικούς παίκτες,
τροφοδοτώντας
συγκρούσεις και
αντιπαλότητες στα άκρα.
Η ανάπτυξη της ΑΙ είναι
φρενήρης με
υπολογιζόμενο capex μόνο
στην Αμερική φέτος 750
δισ. δολ. και το 2027 1
τρισ. δολ. Η ΑΙ οδηγεί
σήμερα περίπου το ένα
τρίτο της διεθνούς
μεγέθυνσης, αποτελώντας
ευκαιρία, αλλά και
απειλή, για εταιρείες
και χώρες που δεν θα
προσαρμοστούν
καταλλήλως. Τα πρώτα
στοιχεία, μάλιστα,
δείχνουν ότι η
παραγωγικότητα μόνο στις
MAG-7 τροφοδοτεί
υψηλότατα λειτουργικά
έσοδα χωρίς όμως
προσαρμογή των μισθών με
αποτέλεσμα τη λεγόμενη
«Ανάπτυξη – Κ», που
φαίνεται να εντείνει τις
εισοδηματικές
ανισότητες.
Ολες οι παραπάνω
εξελίξεις, μαζί και με
την κλιματική αλλαγή,
οδηγούν σε μόνιμες
πιέσεις και ξαφνικές
ανόδους των τιμών,
κάνοντας σαφώς πιο
δύσκολη την αποστολή των
κεντρικών τραπεζών για
σταθερότητα των τιμών,
πολύ περισσότερο όταν οι
δημοσιονομικές πολιτικές
επεκτείνονται για να
αντιμετωπίσουν την κρίση
προσιτότητας/επάρκειας,
τη λεγόμενη ακρίβεια
δηλαδή, η οποία
επιδεινώνει έτι
περαιτέρω την κρίση της
δυτικής δημοκρατίας.
Μιας δημοκρατίας που
όλοι ξέραμε και
απολαμβάναμε ιδίως εδώ
στην Ευρώπη, αλλά που
σήμερα απειλείται από
έναν κυνικό, επιθετικό,
συναλλακτικό και,
πάντως, μη συνεργατικό
κόσμο, που δυσφορεί με
κάθε δημοκρατικό
κεκτημένο.
* Ο
κ. Θεόδωρος Πελαγίδης
είναι καθηγητής στο
Πανεπιστήμιο Πειραιώς,
υποδιοικητής της ΤΤΕ και
πρώην υπηρεσιακός
υπουργός Οικονομικών.
**
Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|