|
Οι
εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή
Ενωση δεν ήταν λιγότερο
σημαντικές. Ενας
συνασπισμός, που κατά τα
άλλα αντιμετωπίζει
διαρκώς εσωτερικές
τριβές, έχει επιδείξει
έναν ασυνήθιστο βαθμό
ενότητας και
αποφασιστικότητας στην
υποστήριξη της
Ουκρανίας, ενώ παράλληλα
συνεργάζεται στενότερα
με χώρες εκτός ΕΕ, όπως
το Ηνωμένο Βασίλειο, η
Νορβηγία και ο Καναδάς.
Αυτό το ενιαίο μέτωπο
δείχνει ότι οι
ευρωπαϊκές δημοκρατίες
κατανοούν τι
διακυβεύεται.
Υποστηρίζοντας την
Ουκρανία, μπορούν να
εξυπηρετήσουν τα δικά
τους συμφέροντα
ασφάλειας, παρά το
γεγονός ότι έχουν
εγκαταλειφθεί από τον
πρώην προστάτη τους.
Μέχρι στιγμής, η
αυξανόμενη εξωτερική
πίεση που ασκείται στην
Ευρώπη – η οποία
βρίσκεται σε μια
μέγγενη, με τον Πούτιν
στα ανατολικά και τον
Τραμπ στα δυτικά – έχει
λειτουργήσει μόνο
ενισχυτικά για την
ενότητά της. Κάνοντας
ταχύτατες κινήσεις για
την εξασφάλιση της
άμυνάς της, η Ευρώπη
αποδεικνύει επίσης την
αποφασιστικότητά της να
αναδειχθεί σε παγκόσμια
δύναμη με τη δική της
αξία.
Ο
πραγματικός κίνδυνος για
την Ευρώπη προέρχεται
πλέον από το εσωτερικό
της. Παρά την ενότητά
της στην υποστήριξη της
Ουκρανίας, πρέπει να
αντιμετωπίσει ιστορικά
ριζωμένες διαφορές στις
αντιλήψεις και την
αναζωπύρωση της πιο
αυτοκαταστροφικής
κληρονομικής της
ασθένειας: τον
εγωκεντρικό εθνικισμό.
Οι υποστηρικτές αυτής
της ιδεολογίας θεωρούν
την πολιτική ενοποίηση
με τις γειτονικές χώρες
ως κακό και όχι ως πηγή
ισχύος. Αν τους δοθεί η
ευκαιρία, θα σπαταλήσουν
την ιστορική ευκαιρία
της Ευρώπης να εδραιώσει
έναν ανεξάρτητο ρόλο για
τον εαυτό της,
απαλλαγμένο από την
εξάρτηση ή την κυριαρχία
μιας από τις άλλες
μεγάλες παγκόσμιες
δυνάμεις.
Η
επιστροφή του εθνικού
σοβινισμού αποτελεί,
επομένως, τον μεγαλύτερο
κίνδυνο για την Ευρώπη.
Μια τέτοια πολιτική
απειλεί να αναζωπυρώσει
ιστορικές συγκρούσεις
και εχθρότητες που
πολλές γενιές Ευρωπαίων
πίστευαν ότι είχαν
οριστικά ξεπεράσει. Η
μεγάλη ειρωνεία είναι
ότι, αν επικρατήσουν οι
εθνικιστές, η υποταγή
της Ευρώπης σε
εξωτερικές δυνάμεις θα
καταστεί αναπόφευκτη.
Οι
γαλλο-γερμανικές σχέσεις
θα αποτελέσουν το πιο
σαφές σημάδι αυτού του
κινδύνου το 2027. Η
Γαλλία θα εκλέξει τον
επόμενο πρόεδρό της τον
Απρίλιο-Μάιο, ενώ αμέσως
μετά θα ακολουθήσουν
βουλευτικές εκλογές.
Αυτές οι εκλογικές
αναμετρήσεις θα
καθορίσουν, όχι μόνο την
κατανομή της πολιτικής
εξουσίας στη Γαλλία· αν
η Μαρίν Λε Πεν της
ακροδεξιάς Εθνικής
Συσπείρωσης κερδίσει την
προεδρία, ενδέχεται να
δούμε την αρχή μιας
συστημικής μεταμόρφωσης
με ολέθριες συνέπειες
για την Ευρώπη. Αλλά και
η Γερμανία αντιμετωπίζει
την προοπτική πολιτικού
χάους, λόγω μιας
αδύναμης ομοσπονδιακής
κυβέρνησης, ενός
καγκελάριου που είναι
αντιδημοφιλής ακόμη και
στους ψηφοφόρους του
ίδιου του κόμματός του,
και μιας δύσκολης
οικονομικής κατάστασης.
Το αποτέλεσμα θα
μπορούσε να είναι ένας
ριζικός μετασχηματισμός
του γερμανικού
κομματικού συστήματος,
συνοδευόμενος από την
άνοδο της ακροδεξιάς,
νεο-εθνικιστικής
Εναλλακτικής για τη
Γερμανία.
Ο
Τραμπ έχει ήδη
ανακοινώσει ότι επιθυμεί
να διαπραγματευτεί το
τέλος του πολέμου σε
τριμερή συνάντηση με τον
Πούτιν και τον κινέζο
πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ,
χωρίς την παρουσία της
Ουκρανίας ή της Ευρώπης
στο τραπέζι των
διαπραγματεύσεων. Αν
αυτό θεωρείται ηγεσία
των μεγάλων δυνάμεων στη
νέα παγκόσμια τάξη, οι
Ευρωπαίοι πρέπει να
ξυπνήσουν. Αυτή μπορεί
να είναι η τελευταία μας
ευκαιρία να επιλέξουμε
την κυριαρχία αντί της
υποταγής.
Ο
Γιόσκα Φίσερ, υπουργός
Εξωτερικών και
αντικαγκελάριος της
Γερμανίας (1998-2005),
ήταν ηγέτης του
γερμανικού Κόμματος των
Πρασίνων για σχεδόν 20
χρόνια
Πρώτη δημοσίευση Τα Νέα
|