|
Είναι σαφές ότι η
φορολόγηση των
μερισμάτων δεν πρέπει να
εξετάζεται μεμονωμένα
αλλά σε συνδυασμό με τη
φορολόγηση των εταιρικών
κερδών από τα οποία
προέρχονται τα
μερίσματα. Η συνολική
επιβάρυνση, όπως
προαναφέρεται, ανέρχεται
σε 25,9% γεγονός που
δείχνει ότι τα
μερίσματα, τελικά,
επιβαρύνονται σημαντικά
από τη φορολογία.
Επομένως κάθε προσπάθεια
«τεκμηρίωσης» μέσω
χρήσης επιλεκτικών
δεδομένων μιας
προνομιακής φορολογικής
μεταχείρισης, λες και το
μέρισμα «γεννήθηκε»
φορολογικά παρθένο και
το μόνο που συνέβη ήταν
η επιβολή ενός 5%, είναι
λάθος. Αξίζει επίσης να
επισημανθεί κάτι που
συχνά αποσιωπάται στη
δημόσια συζήτηση, δηλαδή
ότι τα μερίσματα δεν
αφορούν αποκλειστικά
μεγάλους ομίλους,
πολυεθνικές ή κάποιο
απρόσωπο «κεφάλαιο».
Αφορούν κατά κύριο λόγο
χιλιάδες μικρές και
μεσαίες εταιρικές
επιχειρήσεις που τηρούν
διπλογραφικό λογιστικό
σύστημα, οικογενειακές
επιχειρήσεις, τεχνικές,
εμπορικές, παροχής
υπηρεσιών, μικρές
βιοτεχνίες, όπου το
μέρισμα αποτελεί συχνά
την αμοιβή του
επιχειρηματικού
κινδύνου, της επένδυσης
και πολυετούς
προσπάθειας.
Η
παρουσίαση, λοιπόν, του
5% ως δήθεν προνομιακής
ή «σκανδαλωδώς χαμηλής»
φορολόγησης, χωρίς
οποιαδήποτε αναφορά στον
προϋπάρχοντα φόρο 22%
επί των εταιρικών
κερδών, δεν συνιστά
πλήρη οικονομική ανάλυση
αλλά μάλλον επιλεκτική
ανάγνωση της
πραγματικότητας. Η
κατανόηση της συνολικής
φορολογικής επιβάρυνσης
είναι κρίσιμη ώστε η
δημόσια συζήτηση να
διεξάγεται με πραγματικά
δεδομένα και όχι με
αριθμούς που
απομονώνονται από το
φορολογικό τους πλαίσιο
διότι στη φορολογία,
όπως και αλλού, η μισή
αλήθεια σπανίως οδηγεί
σε ολόκληρο συμπέρασμα.
Ο
κ. Γιώργος Κορομηλάς
είναι φορολογικός
σύμβουλος, πρόεδρος
Ινστιτούτου Οικονομικών
και Φορολογικών Μελετών
Πρώτη δημοσίευση στον
Οικονομικό Ταχυδρόμο
|