|
Οι πιέσεις αυτές
μεταφράζονται σε
υψηλότερο κόστος
παραγωγής για χιλιάδες
επιχειρήσεις, αλλά και
για την πλειονότητα των
καταναλωτών. Η
μεταποίηση, οι
κατασκευές, οι
ηλεκτρικές συσκευές, οι
μεταφορές και η
αυτοκινητοβιομηχανία
επηρεάζονται άμεσα. Το
ίδιο ισχύει και για τις
μικρομεσαίες παραγωγικές
επιχειρήσεις που
αποτελούν τη ραχοκοκαλιά
της ελληνικής
οικονομίας. Ταυτόχρονα,
η εξάρτηση της Ελλάδας
από εισαγωγές υλικών
έφτασε περίπου το 39,4%
το 2023, ενώ ο μέσος
όρος της Ε.Ε. ήταν
χαμηλότερος και δείχνει
αδυναμία αξιοποίησης
εγχώριων δευτερογενών
πρώτων υλών και
περιορισμένη ωριμότητα
της αγοράς ανακυκλωμένων
υλικών. Στην Ελλάδα, οι
εισαγόμενες πρώτες ύλες
και το ενεργειακό κόστος
επηρεάζουν σημαντικά την
ανταγωνιστικότητα πολλών
κλάδων. Η βιομηχανία
τροφίμων, η συσκευασία,
οι κατασκευές, ο
τουρισμός και η ναυτιλία
εξαρτώνται από υλικά και
προϊόντα που υπόκεινται
σε μεγάλες διακυμάνσεις
τιμών. Κάθε αύξηση του
κόστους μεταφέρεται στην
παραγωγή, στις
επενδύσεις και τελικά
στον καταναλωτή.
Γι’ αυτό η κυκλικότητα
κερδίζει έδαφος. Οσο
περισσότερο παραμένουν
τα υλικά μέσα στην
οικονομία, τόσο
μικρότερη γίνεται η
ανάγκη για νέες
εισαγωγές και τόσο
μεγαλύτερη η οικονομική
ανθεκτικότητα των
επιχειρήσεων απέναντι
στις διεθνείς
αναταράξεις.
Τα στοιχεία είναι
αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με
τη Eurostat,
μόλις το 11,8% των
υλικών που
χρησιμοποιούνται σήμερα
στην ευρωπαϊκή οικονομία
επιστρέφει στην
παραγωγική διαδικασία
μέσω ανακύκλωσης ή
επαναχρησιμοποίησης. Με
απλά λόγια, σχεδόν εννέα
στα δέκα υλικά χάνονται
μετά την πρώτη χρήση
τους.
Οι επιχειρήσεις που
βλέπουν πιο μακριά έχουν
ήδη κατανοήσει ότι η
κυκλικότητα ξεκινάει από
τον σχεδιασμό του
προϊόντος. Προϊόντα που
επισκευάζονται εύκολα,
αναβαθμίζονται,
επαναχρησιμοποιούνται ή
ανακυκλώνονται
αποτελεσματικά διατηρούν
την αξία τους για
περισσότερο χρόνο.
Παράλληλα, μειώνουν την
ανάγκη για νέες πρώτες
ύλες.
Η νέα ευρωπαϊκή
νομοθεσία επιταχύνει
αυτή τη μετάβαση. Ο
κανονισμός
Ecodesign
for
Sustainable
Products
και το ψηφιακό
διαβατήριο προϊόντος θα
απαιτούν μεγαλύτερη
διαφάνεια για τα υλικά,
την προέλευση και τον
κύκλο ζωής των
προϊόντων. Οι
επιχειρήσεις που θα
προσαρμοστούν νωρίς θα
αποκτήσουν σημαντικό
πλεονέκτημα στις
ευρωπαϊκές αγορές, πέρα
από τα οικονομικά οφέλη.
Για την Ελλάδα η κυκλική
οικονομία μπορεί να
λειτουργήσει ως εργαλείο
ενίσχυσης της
παραγωγικότητας, μείωσης
της εξάρτησης από
εισαγωγές και
δημιουργίας νέων
επενδύσεων. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η
πλήρης αξιοποίηση των
αρχών της κυκλικής
οικονομίας θα μπορούσε
να αυξήσει το ευρωπαϊκό
ΑΕΠ κατά σχεδόν 0,5% έως
το 2030 και να
δημιουργήσει εκατοντάδες
νέες θέσεις εργασίας.
Το κρίσιμο ερώτημα για
τις ελληνικές
επιχειρήσεις δεν είναι
αν θα επηρεαστούν από
την αύξηση του κόστους
των υλικών. Αυτό
συμβαίνει ήδη. Το
ερώτημα είναι ποιες θα
προσαρμοστούν εγκαίρως
και ποιες θα συνεχίσουν
να λειτουργούν με ένα
γραμμικό μοντέλο
παραγωγής, που γίνεται
ολοένα πιο ακριβό ενώ
είναι σίγουρο ότι θα
υπάρχουν ελλείψεις
υλικών το προσεχές
χρονικό διάστημα.
Η κυκλικότητα
εξελίσσεται σε
στρατηγική και κυρίως
πρακτική απάντηση σε ένα
από τα μεγαλύτερα
επιχειρηματικά
προβλήματα της εποχής
μας, αντίστοιχα
σημαντικό με αυτό της
ενέργειας: την
αυξανόμενη αξία των
πρώτων υλών.
*Ο κ. Νίκος Αυλώνας
είναι πρόεδρος Κέντρου
Αειφορίας (CSE)
www.cse-net.org,
επισκέπτης καθηγητής
Βιώσιμης Ανάπτυξης,
Οικονομικό Πανεπιστήμιο
Αθηνών.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|