|
Επίσης αναδεικνύεται,
όπως και με τις
κινητοποιήσεις του 2019
των «Κίτρινων Γιλέκων»
στην Γαλλία, όπου οι
Γάλλοι πολίτες αρνήθηκαν
να συναινέσουν στους
δημοσιονομικούς στόχους,
όπως αρνήθηκαν (2005)
τόσο την ψήφιση του
Ευρωσυντάγματος, όσο και
τη μετατροπή των
αυθαίρετων αριθμητικών
στόχων (δημόσιο έλλειμμα
3% του ΑΕΠ, δημόσιο
χρέος 60% του ΑΕΠ και
χαμηλό επίπεδο τιμών,
2%) σε συνταγματικούς
κανόνες (
συνταγματοποίηση της
λιτότητα) της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Κανόνες που ουσιαστικά
αποτύπωναν τους μέσους
όρους (Γαλλία, Γερμανία)
στα τέλη της δεκαετίας
του 1980 και θεωρούνταν
από την οικονομική
έρευνα και ανάλυση ως
πολιτικές επιλογές που
στερούνταν επιστημονικής
τεκμηρίωσης και όχι ως
επιλογές μίας σοβαρής
τεχνικο-οικονομικής
επιστημονικής
θεμελίωσης.
Παράλληλα από την άποψη
της ασκούμενης αυτής
κριτικής προσέγγισης
υπογραμμίζονταν και
υπογραμμίζεται,
ιδιαίτερα, η αφαίρεση
των μακρο-οικονομικών
εργαλείων από τα
κράτη-μέλη και η
ανυπαρξία κοινωνικού
κριτηρίου (π.χ. κατώτατο
όριο απασχόλησης ή
ανώτατο όριο ανεργίας ή
κατώτατο όριο κοινωνκών
δαπανών.)
Όμως, η κυρίαρχη
πολιτική, επιχειρηματική
και επιστημονική
νεοφιλελεύθερη άποψη
καθόλη την περίοδο από
το 1990 μέχρι σήμερα
θεωρεί και υποστηρίζει
λανθασμένα ότι τα
συγκεκριμένα κριτήρια
του Μαάστριχτ είναι «
ουδέτερα οικονομικά
εργαλεία» σταθερότητας
και ανάπτυξης της
ευρωπαϊκής οικονομίας.
Αντίθετα, όπως προκύπτει
εκ του αποτελέσματος, η
δέσμη των λεγόμενων
αυτών ουδέτερων
εργαλείων αποτέλεσαν και
αποτελούν έναν «πολιτικό
και κοινωνικο-οικονομικό
μηχανισμό» παραγωγής και
διαχείρισης οικονομικής
στασιμότητας ή αναιμικής
ανάκαμψης,
αποβιομηχάνισης, χαμηλό
επίπεδο
ανταγωνιστικότητας
διεθνώς εμπορεύσιμων
προϊόντων,
τεχνολογική-ψηφιακή
καθυστέρηση, λιτότητας,
εισοδηματικών και
κοινωνικών ανισοτήτων,
ακρίβειας, στεγαστικής
κρίσης, διεύρυνσης της
φτωχοποίησης τμημάτων
του πληθυσμού.
απορρύθμισης της αγοράς
εργασίας, των συστημάτων
κοινωνικής
ασφάλισης-υγείας, κ.λ.π.
Τούτων δοθέντων είναι
ενδιαφέρον να σημειωθεί
ότι στην Οικονομική
Έκθεση (2025) του
Ινστιτούτου Στατιστικής
και Οικονομικών Μελετών
(INSEE) της Γαλλίας
αναφέρεται ως συμπέρασμα
ότι « η εμπιστοσύνη
(σ.σ. απέναντι στην
ασκούμενη οικονομική και
κοινωνική πολιτική)
είναι σαφώς ένα στοιχείο
που λείπει από την
γαλλική οικονομία καθώς
και ότι οι κινητήριες
δυνάμεις της δεν
φαίνονται να είναι
βιώσιμες».
Στο
δυσμενές αυτό πολιτικό
και κοινωνικο-οικονομικό
περιβάλλον στην Γαλλία
και ευρύτερα στις άλλες
χώρες της Ε.Ε.-27, που
επιδεινώθηκε τα
τελευταία πέντε χρόνια
με ένα κόστος για την
Ευρώπη πλέον του 1,5
τρισ. ευρώ του πολέμου
στην Ουκρανία,
πραγματοποιούνται στις
μέρες μας οι μαζικές
διαδοχικές
κινητοποιήσεις, οι
οποίες αναδεικνύουν
ουσιαστικά το βάθος της
πολιτικής, οικονομικής
και κοινωνικής κρίσης,
την αντιπαράθεση της
Πολιτικής με την
Οικονομία και την
Κοινωνία, διεκδικώντας
παράλληλα τον
αναπροσανατολισμό των
κανόνων της πολιτικής,
κοινωνικο-οικονομικής
και δημοσιονομικής
διακυβέρνησης που
παράγουν, μεταξύ άλλων,
την σταδιακή αύξηση των
ανισοτήτων και την
επιδείνωση του βιοτικού
επιπέδου μεγάλου
τμήματος του πληθυσμού
στην Ε.Ε.-27.
Είναι ενδιαφέρον να
σημειωθεί η επισήμανση
του Γάλλου οικονομολόγου
Thomas Piketty (
Οκτώβριος 2026) ότι « η
εκρηκτική αύξηση του
ιδιωτικού πλούτου
σημαίνει ότι παρά το
μέγεθος του δημόσιου
χρέους της, η Γαλλία δεν
ήταν ποτέ
πλουσιότερη».(KReport,
21/10/2026).
Στις συνθήκες αυτές
διεύρυνσης των
ανισοτήτων, έντονης
πολιτικής αβεβαιότητας
και οικονομικής και
κοινωνικής ανασφάλειας,
αναδεικνύεται για την
Ευρώπη ένα θεμελιώδες
και υπαρξιακό δίλημμα.
Αυτό της διατήρησης των
κανόνων του Μάαστριχτ
που ουσιαστικά
προστατεύουν τις Αγορές
ή της αναθεώρησης τους
προκειμένου να
προστατευθεί η ευρωπαϊκή
ανάπτυξη, η καταπολέμηση
των ανισοτήτων, της
φτώχειας και η κοινωνική
συνοχή.
Η
Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση
Στην κατεύθυνση αυτή το
βάθος της ευρωπαϊκής
πολιτικής, οικονομικής
και κοινωνικής κρίσης
περιορίζει τα περιθώρια
επανάληψης διευθετήσεων
και αντιφατικών
παρεμβάσεων του
παρελθόντος, οι οποίες
«παγίδευσαν» τους πόρους
και την ευρωπαϊκή
οικονομία στο δημόσιο
έλλειμμα και το δημόσιο
χρέος (οικονομική
στασιμότητα-
λιτότητα-υπερκερδοφορία-ανισότητες).
Παράλληλα όμως στο
περιβάλλον αυτό του
σημερινού πολιτικού και
κοινωνικο-οικονομικού
αδιεξόδου οι μαζικές
κινητοποιήσεις των
κοινωνικών
δυνάμεων(μαθητικών,
φοιτητικών,
επαγγελματικών,
συνδικαλιστικών,κ.λ.π)
ενεργοποιούν τα
αντανακλαστικά των
δημοκρατικών πολιτικών
δυνάμεων στην κατεύθυνση
μίας έγκαιρης και
ουσιαστικής
αντιμετώπισης, σε
πολιτικό επίπεδο, των
γεννεσιουργών αιτίων των
προβλημάτων της
δημοκρατίας, της
οικονομίας και της
κοινωνίας στην Ευρώπη.
Η
νέα αυτή στρατηγική
εμβάθυνσης της
δημοκρατίας, της
ανάπτυξης της σύγκλισης
και της κοινωνικής
συνοχής στην Ευρώπη
προϋποθέτει, κατά βάση,
την Ευρωπαϊκή
Ολοκλήρωση, την
αναθεώρηση των κριτηρίων
του Μάαστριχτ στην
κατεύθυνση της χαλάρωσης
τους και της προσθήκης
κοινωνικού κριτηρίου,
την αναβάθμιση του ρόλου
και των εξουσιών του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
απέναντι στην μη
εκλεγμένη Ευρωπαϊκή
Επιτροπή, τις αναγκαίες
επενδύσεις υποδομών,
τεχνολογίας, κ.λ.π.(800
δισ.ευρώ ετησίως κατά
τον Μ.Ντράγκι), την
αναζωογόνηση της
εσωτερικής αγοράς και
την αναβαθμισμένη
(ανταγωνιστικότητα
τιμής) ένταξη της
ευρωπαϊκής οικονομίας
στην παγκόσμια
οικονομία, τον
προσανατολισμό της ΕΚΤ
(Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα) όχι μόνο στην
σταθερότητα των τιμών
αλλά και στην αύξηση της
απασχόλησης, κ.λ.π.
Αυτό σημαίνει ότι η
διατήρηση της
πεπατημένης πορείας
πολιτικά, θεσμικά,
οικονομικά, κοινωνικά,
θα εξαντλήσει τις
προϋποθέσεις και τον
απαιτούμενο χρόνο της
στρατηγικής
αναπροσανατολισμού της
Ευρώπης, σε βαθμό που θα
κινδυνεύσει να οδηγηθεί,
κατά τα επόμενα χρόνια,
σε μία αναπόφευκτη και
βαθύτερη πολύπλευρη
κρίση.
Των
Σάββα Γ. Ρομπόλη
Ομότιμος Καθηγητής
Παντείου Πανεπιστημίου
-Βασίλειου Γ. Μπέτση Δρ.
Παντείου Πανεπιστημίου
Πρώτη δημοσίευση στον
Ο.Τ.
|