|
Ενώ
καταγράφεται στη χώρα
μας ουσιαστική βελτίωση
στη χρήση της κανονικής
κοινοβουλευτικής
διαδικασίας, στη μείωση
και τη συρρίκνωση των
τροπολογιών και στη
μεγαλύτερη κάλυψη της
διαβούλευσης και των
εκθέσεων, οι επίμονες
προκλήσεις, κατά τον
συγγραφέα, παραμένουν
στα πολυνομοσχέδια, την
τήρηση των συνταγματικών
προβλέψεων, τη χαμηλή
ποιότητα της ανάλυσης
των συνεπειών και την
περιορισμένη
ενεργοποίηση του νόμου.
Παρά τη σχετική πρόοδο
σε σχέση με το παρελθόν,
κάποιες πρακτικές
εξακολουθούν να
υφίστανται και να
δημιουργούν εμπόδια στο
πεδίο της οικονομίας.
Οταν μια επιχείρηση δεν
γνωρίζει αν ένας κανόνας
θα ισχύει σε έξι μήνες ή
αν θα ακυρωθεί από το
Συμβούλιο Επικρατείας,
αναγκάζεται να
λειτουργεί υπό καθεστώς
διαρκούς αβεβαιότητας,
ενώ νέες επενδυτικές
πρωτοβουλίες
αντιμετωπίζουν
διστακτικά ένα τέτοιο
ασταθές ρυθμιστικό
πλαίσιο, το οποίο
συνεπάγεται περισσότερο
χρόνο για πληροφόρηση,
περισσότερες νομικές
υπηρεσίες, καθυστερήσεις
σε επενδύσεις και τελικά
υψηλότερο κόστος
συναλλαγών, ακόμη και
γλωσσική πολυπλοκότητα
των νόμων, και οι συχνές
τροποποιήσεις
μεταφράζονται σε
πραγματικό κόστος,
κυρίως για τις μικρές
και μεσαίες
επιχειρήσεις, που δεν
διαθέτουν νομικά
τμήματα.
Κατά τον συγγραφέα, η
νομοθέτηση πρέπει να
ξεκινά από την εκτίμηση
του πραγματικού
προβλήματος και να
ενσωματώνει εκ των
προτέρων τις πιθανές
αντιδράσεις της αγοράς,
της δημόσια διοίκησης
και των δικαστηρίων, να
προβλέπει πού υπάρχουν
νομικοί κίνδυνοι και
ποιες ρυθμίσεις είναι
πιθανόν να δημιουργήσουν
στρεβλώσεις. Ταυτόχρονα
οφείλει να υπολογίζει το
διοικητικό και
οικονομικό κόστος που
μεταφέρει σε
επιχειρήσεις και πολίτες
και να επιλέγει λύσεις
που το μειώνουν. Μια
τέτοια προσέγγιση δεν
οδηγεί, κατά τον
συγγραφέα, απλώς σε
καλύτερους νόμους, αλλά
και σε μεγαλύτερη
ασφάλεια δικαίου,
χαμηλότερο συναλλακτικό
κόστος και πιο σταθερό
περιβάλλον για
επενδύσεις.
• Ο
συγγραφέας του εκτενούς
άρθρου Κωνσταντίνος
Σαραβάκος είναι
επικεφαλής ερευνών στο
Κέντρο Φιλελεύθερων
Ερευνών και υποψήφιος
διδάκτωρ στο Tμήμα
Διεθνών και Ευρωπαϊκών
Σπουδών του
Πανεπιστημίου
Μακεδονίας.
Γιάννης Μαρίνος (Το
Βήμα)
|