|
Αμέσως μετά την
ανακοίνωση, η απόδοση
του αμερικανικού διετούς
ομολόγου εκτινάχθηκε
κοντά στο 4,92%, ενώ η
δεκαετία ξεπέρασε
προσωρινά το 5,3%,
πλησιάζοντας τα
υψηλότερα επίπεδα των
τελευταίων δύο και πλέον
δεκαετιών.
Η
αρχική αντίδραση,
ωστόσο, δεν διατηρήθηκε.
Η έντονη διόρθωση των
τεχνολογικών μετοχών και
η αναζήτηση ασφαλέστερων
τοποθετήσεων οδήγησαν σε
αγορές κρατικών τίτλων,
με αποτέλεσμα η απόδοση
του 10ετούς να
υποχωρήσει στη συνέχεια
προς το 5,19% και εχθές
ακόμη χαμηλότερα, κοντά
στο 5,09%.
Αυτή η αντιστροφή
αποτυπώνει το δίλημμα
των επενδυτών: ο υψηλός
πληθωρισμός πιέζει τις
τιμές των ομολόγων, αλλά
η αυξημένη μεταβλητότητα
των μετοχών ενισχύει
ταυτόχρονα τη ζήτησή
τους ως ασφαλών
καταφυγίων.
Η
Federal Reserve
βρίσκεται σε δύσκολη
θέση. Η επαναφορά του
πληθωρισμού προς τον
στόχο του 2% απαιτεί
περιοριστική νομισματική
πολιτική, όμως οι ήδη
υψηλές αποδόσεις
αυξάνουν το κόστος
χρηματοδότησης
επιχειρήσεων,
νοικοκυριών και
αμερικανικού Δημοσίου.
Οι
αγορές αύξησαν σημαντικά
τις πιθανότητες νέας
ανόδου επιτοκίων μετά
την ανακοίνωση του CPI,
χωρίς ωστόσο να
προεξοφλούν με
βεβαιότητα άμεση
παρέμβαση στη συνεδρίαση
της 29ης Οκτωβρίου.
Εκτιμάται, εξάλλου, ότι
τα στοιχεία οδηγούν σε
αύξηση επιτοκίων τον
Δεκέμβριο και μίας ακόμη
το 2027, με πιθανότερο
την Fed να περιμένει έως
τον Δεκέμβριο, παρά να
αντιδράσει βεβιασμένα
τον Οκτώβριο.
Παρά την αναταραχή, τα
υψηλά επίπεδα αποδόσεων
αρχίζουν να προσελκύουν
σημαντικά επενδυτικά
κεφάλαια.
Ως
προς αυτό, περίπου 14
δισ. δολάρια έχουν
κατευθυνθεί από τις
αρχές Οκτωβρίου σε
αμερικανικά κρατικά
ομολογιακά κεφάλαια,
μετά τις εισροές-ρεκόρ
59,3 δισ. δολαρίων του
τρίτου τριμήνου.
Διαχειριστές κεφαλαίων
από ομίλους όπως η
Pimco, η BlackRock και η
Amundi αναγνωρίζουν ότι
οι σημερινές αποδόσεις
δημιουργούν περισσότερο
ελκυστικές συνθήκες για
μακροπρόθεσμες
τοποθετήσεις. Η
δυνατότητα εξασφάλισης
ονομαστικής απόδοσης άνω
του 5% σε τίτλους του
αμερικανικού Δημοσίου,
σε συνδυασμό με υψηλές
πραγματικές αποδόσεις
βάσει των προσδοκιών
πληθωρισμού, αποτελεί
σημαντικό επενδυτικό
επιχείρημα.
Ωστόσο, οι μακρύτερες
διάρκειες εξακολουθούν
να αντιμετωπίζονται με
μεγαλύτερη επιφύλαξη,
εξαιτίας των υψηλών
χρηματοδοτικών αναγκών
των ΗΠΑ και της
αυξημένης προσφοράς
κρατικών τίτλων.
Θα
πρέπει να διευκρινιστεί
ότι η περιοχή του
5,20%-5,35% στη δεκαετία
αναδεικνύεται σε
σημαντική ζώνη αναφοράς.
Εάν ο πληθωρισμός
αποκλιμακωθεί και η Fed
περιοριστεί σε ήπια
περαιτέρω σύσφιγξη, οι
σημερινές αποδόσεις θα
μπορούσαν να αποδειχθούν
ελκυστικές, προσφέροντας
τόσο υψηλό εισόδημα όσο
και πιθανές υπεραξίες
από μελλοντική υποχώρησή
τους.
Αντίθετα, μια επίμονη
αναζωπύρωση του
πληθωρισμού, σε
συνδυασμό με τα
δημοσιονομικά ελλείμματα
και τις αυξημένες
εκδόσεις χρέους, θα
μπορούσε να διατηρήσει
τις αποδόσεις σε υψηλά
επίπεδα ή να οδηγήσει σε
νέα άνοδό τους,
προκαλώντας πρόσθετες
κεφαλαιακές απώλειες
στους κατόχους
μακροπρόθεσμων τίτλων.
Για
τους Ευρωπαίους
επενδυτές προστίθεται
και ο συναλλαγματικός
κίνδυνος, καθώς
ενδεχόμενη υποχώρηση του
δολαρίου μπορεί να
περιορίσει σημαντικά την
τελική απόδοση σε ευρώ.
Το
βασικό συμπέρασμα είναι
ότι τα αμερικανικά
ομόλογα γίνονται ξανά
επενδυτικά ελκυστικά,
όχι όμως χωρίς
κινδύνους. Η σταδιακή
οικοδόμηση θέσεων, με
προσεκτική επιλογή
διάρκειας, μπορεί να
αποδειχθεί περισσότερο
αποτελεσματική από την
προσπάθεια εντοπισμού
της κορυφής των
αποδόσεων. Η πορεία του
πληθωρισμού και οι
επόμενες αποφάσεις της
Fed θα καθορίσουν εάν το
5% στη δεκαετία αποτελεί
σημείο καμπής ή απλώς
έναν ακόμη σταθμό σε μια
παρατεταμένη περίοδο
υψηλών επιτοκίων.
Ο
Συμεών Μαυρουδής είναι
Διαχειριστής Α/Κ και
ιδιωτικών χαρτοφυλακίων
στη Fast Finance ΑΕΠΕΥ
Πρώτη δημοσίευση στον
Ο.Τ.
|