|
Το
Ιράν έχει ήδη θέσει το
ζήτημα ενώπιον του ΟΗΕ.
Σε επιστολές του προς το
Συμβούλιο Ασφαλείας και
τον Γενικό Γραμματέα,
υποστηρίζει ότι υπήρξε
θύμα παράνομης ένοπλης
επίθεσης και ότι
ορισμένα γειτονικά κράτη
συνέδραμαν, άμεσα ή
έμμεσα, τις στρατιωτικές
επιχειρήσεις που
στράφηκαν εναντίον του.
Οι ισχυρισμοί αυτοί
περιλαμβάνουν τη χρήση
εδάφους, υποδομών,
πληροφοριών ή άλλων
διευκολύνσεων που
φέρονται να παρασχέθηκαν
προς όφελος των
επιχειρήσεων αυτών.
Το
διεθνές δίκαιο
αναγνωρίζει ότι ένα
κράτος μπορεί να φέρει
ευθύνη όχι μόνο όταν
χρησιμοποιεί το ίδιο βία
κατά άλλου κράτους, αλλά
και όταν θέτει το έδαφός
του στη διάθεση τρίτου
κράτους για τη διάπραξη
πράξης επίθεσης. Η αρχή
αυτή αποτυπώνεται στην
Απόφαση 3314 (XXIX) της
Γενικής Συνέλευσης του
ΟΗΕ του 1974, η οποία
περιέχει τον ορισμό της
επίθεσης (aggression).
Σύμφωνα με το άρθρο 3
της Απόφασης, πράξη
επίθεσης συνιστά και η
ενέργεια κράτους που
επιτρέπει τη χρήση του
εδάφους του από άλλο
κράτος για τη διάπραξη
επίθεσης κατά τρίτου
κράτους. Η διάταξη αυτή
αποκτά ιδιαίτερη σημασία
στην περιοχή του Κόλπου,
όπου η παρουσία ξένων
στρατιωτικών δυνάμεων
και βάσεων αποτελεί
διαχρονικό
χαρακτηριστικό της
περιφερειακής
αρχιτεκτονικής
ασφάλειας.
Η
θεωρία, ωστόσο, απέχει
συχνά από την πράξη. Η
ύπαρξη ξένων
στρατιωτικών βάσεων ή
αμυντικών συμφωνιών δεν
αρκεί από μόνη της για
να θεμελιώσει διεθνή
ευθύνη. Ούτε η απλή
πολιτική ή διπλωματική
στήριξη ενός συμμάχου.
Για να στοιχειοθετηθεί
διεθνώς παράνομη
συμπεριφορά απαιτείται
να αποδειχθεί ότι το
έδαφος, οι εγκαταστάσεις
ή οι υποδομές ενός
κράτους χρησιμοποιήθηκαν
πράγματι για τις
επίμαχες επιχειρήσεις
και ότι το κράτος είχε
γνώση και αποδέχθηκε τη
χρήση αυτή.
Σύμφωνα με το άρθρο 16
των Σχεδίων Άρθρων της
Επιτροπής Διεθνούς
Δικαίου για την Ευθύνη
των Κρατών για Διεθνώς
Παράνομες Πράξεις, ένα
κράτος μπορεί να
θεωρηθεί υπεύθυνο εάν
βοήθησε ή συνέδραμε άλλο
κράτος στη διάπραξη
διεθνώς παράνομης
πράξης. Πιο
συγκεκριμένα, η ευθύνη
αυτή ανακύπτει όταν ένα
κράτος παρέχει βοήθεια ή
συνδρομή γνωρίζοντας τις
περιστάσεις της
παράνομης πράξης και
επιδιώκοντας να
διευκολύνει την τέλεσή
της, εφόσον η ίδια πράξη
θα ήταν παράνομη και αν
είχε τελεστεί από το
ίδιο το κράτος που
παρέχει τη συνδρομή.
Ακριβώς εδώ εντοπίζεται
και η μεγαλύτερη
δυσκολία για το Ιράν.
Μέχρι σήμερα, οι
σχετικοί ισχυρισμοί δεν
έχουν συνοδευθεί από
δημόσια διαθέσιμα και
πειστικά αποδεικτικά
στοιχεία που να
τεκμηριώνουν άμεση ή
έμμεση εμπλοκή
γειτονικών κρατών στις
επιχειρήσεις που
επικαλείται η Τεχεράνη.
Αντιθέτως, τα
περισσότερα κράτη της
περιοχής έχουν απορρίψει
κατηγορηματικά τις
σχετικές κατηγορίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει
επίσης η Απόφαση 2817
(2026) του Συμβουλίου
Ασφαλείας, με την οποία
καταδικάστηκαν οι
ιρανικές επιθέσεις κατά
κρατών του Κόλπου. Αν
και η απόφαση δεν
εξετάζει ευθέως τους
ιρανικούς ισχυρισμούς,
δύσκολα μπορεί να
υποστηριχθεί ότι το
Συμβούλιο θεώρησε τα εν
λόγω κράτη υπεύθυνα για
προηγούμενες πράξεις
επίθεσης κατά του Ιράν.
Η Τεχεράνη αμφισβητεί τη
νομιμότητα και την
αμεροληψία της απόφασης.
Ωστόσο, αυτή υιοθετήθηκε
σύμφωνα με τις
προβλεπόμενες
διαδικασίες και, βάσει
του άρθρου 25 του Χάρτη,
τα κράτη μέλη
υποχρεούνται να
αποδέχονται και να
εκτελούν τις αποφάσεις
του Συμβουλίου
Ασφαλείας.
Το
συμπέρασμα είναι ότι η
πολιτική διάσταση του
ζητήματος διαφέρει
σημαντικά από τη νομική
του διάσταση. Το Ιράν
μπορεί ασφαλώς να
διατυπώνει τους
ισχυρισμούς του σε
διπλωματικό επίπεδο. Η
μετατροπή τους, όμως, σε
νομικά βιώσιμες διεθνείς
αξιώσεις προϋποθέτει
αποδείξεις πολύ πιο
συγκεκριμένες από
εκείνες που έχουν μέχρι
στιγμής δημοσιοποιηθεί.
Εν τέλει, το κρίσιμο
ζήτημα δεν είναι οι
κατηγορίες αλλά οι
αποδείξεις. Άλλωστε, στο
διεθνές δίκαιο ισχύει
διαχρονικά η αρχή actori
incumbit onus probandi:
εκείνος που προβάλλει
έναν ισχυρισμό φέρει και
το βάρος να τον
αποδείξει. Και μέχρι
σήμερα, τα στοιχεία που
έχουν δημοσιοποιηθεί
δύσκολα αρκούν για να
θεμελιώσουν, έστω και
prima facie, διεθνή
ευθύνη των κρατών που
κατονομάζει η Τεχεράνη.
Ο
κ. Ιωάννης
Κωνσταντινίδης είναι
νομικός σύμβουλος σε
υποθέσεις ενώπιον
διεθνών δικαστηρίων και
διαιτητικών οργάνων,
διδάκτωρ Δημοσίου
Διεθνούς Δικαίου της
Νομικής Σχολής του
Πανεπιστημίου της
Σορβόννης.
Πρώτη δημοσίευση στο
Βήμα
|