|
Σε
κάθε περίπτωση, ιδίως η
αδυναμία απόκτησης
ιδιόκτητης στέγης ή και
η δαπάνη σημαντικού
μέρους του εισοδήματος ή
του μισθού για ενοίκιο
μπορεί να περιορίζει
ακόμη και ένα νοικοκυριό
με ικανοποιητικό
εισόδημα. Αυξημένες
δαπάνες για εκπαίδευση,
για τρόφιμα ή και για
ενεργειακές ανάγκες
ροκανίζουν ακόμη και τα
σχετικώς ικανοποιητικά
εισοδήματα.»
Και
το φαινόμενο αυτό δεν
είναι μόνο ελληνικό.
Πρόκειται για παγκόσμια
τάση, η οποία έχει
ποικίλες και σύνθετες
επιπτώσεις.
Υπό
αυτές τις μάλλον
δυσκολονόητες συνθήκες,
γίνεται όλο και πιο
σαφές ότι ο κεντρικός
μοχλός της δυσαρέσκειας
μεταξύ τεράστιων
τμημάτων του πληθυσμού
πηγάζει από μια μειωμένη
ή επισφαλή ικανότητα να
αντέξουν οικονομικά
σήμερα αυτό που θα
μπορούσε να θεωρηθεί
δεδομένο δύο, πέντε, ή
πριν από δέκα χρόνια.
Είναι σαν ο κόσμος να
έχει επιταχυνθεί με
ολοένα και πιο φρενήρεις
ρυθμούς, αφήνοντας πίσω
μεγάλα τμήματα του
παγκόσμιου πληθυσμού.
Την
ίδια στιγμή η
αβεβαιότητα εκτείνεται
από την πίεση των
τεχνολογικών εξελίξεων
και τη διάδοση της
Τεχνητής Νοημοσύνης
(ΤΝ). Έρχονται έτσι στο
προσκήνιο νέες συνθήκες
εργασίας και πορείας
προς το αύριο. Η αγορά
ενός σπιτιού, η πρόσβαση
σε έγκαιρη και
αποτελεσματική ιατρική
περίθαλψη και η πρόσβαση
στην εκπαίδευση,
περιβάλλονται από
αβεβαιότητα και αυτή η
τελευταία μεταβάλλει
συνήθειες και τρόπους
σκέψης. Στο βαθμό δε που
πληθαίνουν οι προσφορές
νέων αγαθών και
υπηρεσιών και
μεταβάλλονται ταχύτερα
από ότι στο παρελθόν οι
όροι προσφοράς και
ζήτησης, αλλάζουν και οι
πληθωριστικές συνθήκες.
Ένα
ολοένα και ευρύτερο
τμήμα του παγκόσμιου
πληθυσμού βλέπει την
αγοραστική του δύναμη να
συρρικνώνεται και να
εξαφανίζεται σταδιακά,
και αισθάνεται να
εξατμίζεται η ικανότητα
του να διατηρεί το ίδιο
βιοτικό επίπεδο όπως
μόλις πριν από λίγα
χρόνια.
Οι
κοινωνικές συνέπειες
αυτού του φαινομένου
είναι καταστροφικές.
Επηρεάζουν την
οικονομική σταθερότητα
και, την κοινωνική
ισορροπία. Η δυνατότητα
δημιουργίας οικογένειας,
διατήρηση της υγείας και
απόκτησης γνώσεων που
συνεχώς πληθαίνουν,
δημιουργεί αβεβαιότητα,
με συνέπεια η οικονομική
προσιτότητα να είναι
πηγή ανησυχίας αν όχι
και αγωνίας για τα
άτομα. Πόσο
δικαιολογημένη είναι η
κατάσταση αυτή;
Σύμφωνα με το Fiscal
Monitor του ΔΝΤ, το
παγκόσμιο δημόσιο χρέος
έφτασε τα 100
τρισεκατομμύρια δολάρια
το 2024 (93% του
παγκόσμιου ΑΕΠ) και θα
μπορούσε να ξεπεράσει το
100% έως το 2029,
πλησιάζοντας επίπεδα που
δεν έχουν παρατηρηθεί
από τον Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ξεκινώντας από τα κράτη,
η αρχή του δανεισμού
χρημάτων συνδέεται με
την ανάγκη
χρηματοδότησης
επενδύσεων που θα
αυξήσουν την
παραγωγικότητα, θα
δημιουργήσουν αποδόσεις
που υπερβαίνουν τους
τόκους που πρέπει να
καταβληθούν και έτσι θα
δημιουργήσουν ανάπτυξη.
Αυτός είναι ο ρόλος της
πίστωσης (ή του χρέους)
που, από την εποχή του
Schumpeter, θεωρείται ως
εργαλείο ανάπτυξης τόσο
για τις επιχειρήσεις όσο
και για τα κράτη.
Ένα
εργαλείο ανάπτυξης, η
κατάχρηση του οποίου
μπορεί να γίνει αφετηρία
παγκόσμιας καθίζησης, αν
λάβουμε υπόψη μας την
υπερχρέωση στην οποίαν
οδηγείται η Αμερική του
Τραμπ. Και αυτό, σε μια
φάση κρίσης της
εσωτερικής ζήτησης στην
Κίνα. Ας εξετάσουμε
μερικά στοιχεία.
Σκεφτείτε, για
παράδειγμα, αυτά που
παρέχονται από τους
μεγαλύτερους οίκους
αξιολόγησης του κόσμου
(S&P, Moody’s και
Fitch), οι οποίοι
αξιολογούν τη
βιωσιμότητα του χρέους
που κάθε μεμονωμένο
κράτος έχε, συνάψει με
την αγορά. Αυτό που
παρατηρούμε σήμερα είναι
μια πλήρης έκρηξη στις
εκδόσεις κρατικών
χρεογράφων.
Το
2024, οι εκδόσεις χρέους
από τις χώρες του ΟΟΣΑ,
τις πιο ανεπτυγμένες,
έφτασαν το ρεκόρ των
15,7 τρισεκατομμυρίων
δολαρίων, που σύμφωνα με
τον ΟΟΣΑ θα γίνουν 20
τρισεκατομμύρια δολάρια
φέτος.
Οι
αναδυόμενες χώρες
ακολούθησαν μια πολύ
παρόμοιά τροχιά, αν και
με μικρότερα στοιχεία:
οι εκδόσεις τους έφτασαν
3,8 τρισεκατομμύρια
δολάρια πέρυσι, ακριβώς
διπλάσιο από το επίπεδο
των 10 ετών νωρίτερα,
και πάλι ρεκόρ.
Ιδιαίτερα σημαντικό
είναι το γεγονός ότι
αυτή η δανειοληπτική
δραστηριότητα από
κυρίαρχα κράτη ήταν πιο
έντονη από αυτή των
εταιρειών: μεταξύ 2019
και 2025, οι εταιρικές
εκδόσεις αυξήθηκαν κατά
27,1% σε αξία, ενώ οι
κρατικές εκδόσεις
αυξήθηκαν κατά 75,4%.
Ποιος αγοράζει όμως όλο
αυτό το χρέος;
Οι
κεντρικές τράπεζες
κατέχουν το 21% του
παγκόσμιου δημόσιου
χρέους. Οι ξένοι
επενδυτές κατέχουν το
34% και τα νοικοκυριά το
77%. Σύμφωνα με την
Standard & Poor’s, το
δημόσιο χρέος που
κατέχουν, το οποίο
ορίζεται ως «εμπορικό»
(επειδή δεν περιλαμβάνει
κεντρικές τράπεζες),
προβλέπεται να φτάσει τα
77,865 τρισεκατομμύρια
δολάρια φέτος, ή το
70,4% του παγκόσμιου
ΑΕΠ, από 67,6% το 2024.
Περαιτέρω απόδειξη της
επείγουσας ανάγκης των
κρατών να εξασφαλίσουν
νέα χρηματοδότηση είναι
ο όγκος του χρέους που
εκδίδεται με τη μορφή
βραχυπρόθεσμων ομολόγων,
τα οποία προτιμώνται σε
μια κατάσταση
αβεβαιότητας όπως η
τρέχουσα, όπου ο
πληθωρισμός και επομένως
τα επιτόκια είναι υψηλά
ή θα μπορούσαν να
αυξηθούν και τα οποία
είναι ευκολότερο να
πωληθούν στους
επενδυτές. Το απόθεμα
του εμπορικού
βραχυπρόθεσμου χρέους
προβλέπεται να φτάσει τα
12,55 τρισεκατομμύρια
δολάρια το 2026 και πάλι
υπερδιπλάσιο από το 2019
των 5,351
τρισεκατομμυρίων
δολαρίων.
Και
μέσα σε αυτή την
επικίνδυνη κατάσταση,
δεν γνωρίζουμε κατά
πόσον η
Αμερικανό-ισραηλινή
φιλοσοφία των
περιφερειακών πολέμων,
για αποφυγή γενικότερη
πολιτικής σύγκρουσης,
είναι υποβοηθητική στην
αντιμετώπιση κρίσεων
οικονομικής
προσιτότητας.
EBR
|