|
Η
διαπίστωση αυτή
αποδίδεται συνήθως στον
ΟΟΣΑ, αλλά η τελευταία
Οικονομική Επισκόπηση
του Οργανισμού για την
Ελλάδα (OECD, 2024) δεν
τον διατυπώνει·
αντιθέτως, σημειώνει ότι
η κατά κεφαλήν μεγέθυνση
υπερβαίνει εκείνη της
ευρωζώνης από τις αρχές
του 2021. Το πραγματικό
πρόβλημα βρίσκεται
αλλού: Στην τριμηνιαία
στατιστική ανακοίνωση
Growth and economic
well-being, όπου ο ΟΟΣΑ
αντιπαραβάλλει
συστηματικά τη μεταβολή
του κατά κεφαλήν ΑΕΠ με
εκείνη του πραγματικού
κατά κεφαλήν εισοδήματος
των νοικοκυριών. Η
ελληνική σειρά εκεί όμως
αντιστρέφει πρόσημο ανά
τρίμηνο, ώστε κάθε
διαρθρωτικό συμπέρασμα
από τριμηνιαία δεδομένα
να είναι επισφαλές.
Χρειάζονται επομένως
ετήσια μεγέθη.
Κανονικά το κατά κεφαλήν
προϊόν αναλύεται σε δύο
μέρη: Πόσο παράγει ο
καθένας που εργάζεται,
και πόσοι εργάζονται. Τα
στοιχεία της Eurostat
για την περίοδο 2019–
2025 είναι σαφή: Το
ελληνικό πραγματικό ΑΕΠ
αυξήθηκε κατά 10,8%,
σαφώς ταχύτερα από το
7,2% της ΕΕ-27. Αλλά η
απασχόληση αυξήθηκε
κατά 10,0%, έναντι 5,1%
στην ΕΕ. Η διαίρεση
δίνει το νούμερο που
λείπει από κάθε
συζήτηση: Το προϊόν ανά
εργαζόμενο αυξήθηκε
0,75% σε έξι χρόνια —
έναντι 2,05% στην
Ευρώπη.
Ουσιαστικά η ελληνική
μεγέθυνση υπήρξε δηλαδή
σχεδόν εξ
ολοκλήρου εκτατική:
Προήλθε από το ότι
δούλεψαν περισσότεροι
άνθρωποι, όχι από το ότι
ο καθένας παρήγαγε
περισσότερα. Μια
οικονομία που μεγαλώνει
έτσι μπορεί να αυξήσει
το πλήθος όσων παίρνουν
εισόδημα — κάτι πολύτιμο
— αλλά όχι το εισόδημα
ανά εργαζόμενο.
Χρειάζεται όμως ακόμα
μια διευκρίνιση: Ανά
ώρα η ελληνική
παραγωγικότητα αυξήθηκε
κανονικά, κατά 3,1%,
πρακτικά όσο και στην
ΕΕ-27 (3,2%). Οι ώρες
όμως ανά εργαζόμενο
μειώθηκαν περισσότερο
από την Ευρώπη, οπότε το
κέρδος εξανεμίστηκε πριν
φτάσει στον μισθό. Και
οι μισθοί; Η ονομαστική
αμοιβή ανά μισθωτό
ανέβηκε από 19.609 σε
22.895 ευρώ, δηλαδή
16,8%, ενώ οι τιμές
κατανάλωσης ανέβηκαν
16,1%: Η αγοραστική
δύναμη αυξήθηκε περίπου
0,6% — σχεδόν ακριβώς
όσο και το προϊόν ανά
εργαζόμενο.
Όμως το ελληνικό
παραγωγικό πρότυπο είναι
περίπλοκο και «παράγει»
συμπληρωματικές αιτίες
που προκαλούν απόκλιση
ΑΕΠ-αμοιβών, η περιγραφή
των οποίων είναι η
ακόλουθη: Εκτατική
μεγέθυνση (που αναλύσαμε
παραπάνω), πτώση του
μεριδίου εργασίας
(αυτοαπασχολούμενοι),
τομεακές ιδιαιτερότητες
(τουρισμός, ακίνητη
περιουσία),
δημοσιονομική πολιτική,
φορολογική «ολίσθηση»,
υστέρηση
τιμαριθμοποίησης
παροχών, κατάρρευση
συλλογικών συμβάσεων,
παραγωγικότητα ανά ώρα
και εργαζόμενο,
κατακερματισμός
επιχειρήσεων, επενδυτικό
κενό, φορολογική
«σφήνα», πληθωριστική
διαταραχή 2021-2022 και
νέα 2026, και φορολογική
Τυποποίηση (myDATA,
POS).
Κάθε ένα από αυτά τα
αίτια χρειάζεται την
ανάλυσή του. Κατά
συνέπεια απλές
παρατηρήσεις που μπορεί,
μάλιστα, να παράγουν και
πολιτικά αποτελέσματα
χρειάζονται περισσότερη
περίσκεψη.
*Ο
Παναγιώτης Ε. Πετράκης
Ομ. Καθηγητής
Οικονομικών Επιστημών,
Εθνικό και Καποδιστριακό
Πανεπιστήμιο Αθηνών
(Οι απόψεις που
εκφράζονται είναι του
συγγραφέα και όχι του
ΚΕΠΕ)
|