|
My love
don’t cost a thing τραγουδούσε το πάλαι ποτέ η
Τζένιφερ Λόπεζ, όμως, στη σύγχρονη εποχή των
dating apps, φαίνεται πως ούτε η αγάπη δεν είναι
δωρεάν πλέον.
Αν έχεις
μιλήσει πρόσφατα με κάποιον που χρησιμοποιεί
εφαρμογές γνωριμιών, πιθανότατα θα τις
περιέγραφε σαν να αφηγείται ιστορίες πολέμου.
Tinder, Hinge, Bumble και άλλες πλατφόρμες
γεμίζουν τα κινητά των singles, αλλά δεν ήταν
πάντα τόσο περίπλοκες ή ακριβές.
Υπήρξε μια
«χρυσή εποχή των dating apps», όπως την
περιέγραψε το New York Magazine: η περίοδος πριν
από την πανδημία, όταν οι εφαρμογές ήταν δωρεάν
ή ελαφρά paywalled και οι επιλογές για matches
φαίνονταν απεριόριστες. Τα venture capital που
χρηματοδοτούσαν τις πλατφόρμες κρατούσαν τις
υπηρεσίες προσιτές, δημιουργώντας ένα είδος
«millennial lifestyle subsidy». Όμως όταν οι
επενδύσεις συρρικνώθηκαν και τα επιτόκια
αυξήθηκαν, οι εφαρμογές έβαλαν paywalls και
upsells, δυσκολεύοντας την αναζήτηση σχέσεων.
Η Έμιλι
ΝτιΒίτο, senior advisor στο Groundwork
Collaborative, εξηγεί ότι η ποιότητα των
εφαρμογών έχει υποβαθμιστεί, ενώ οι δυνατότητες
για ποιοτικά matches έχουν περιοριστεί. Οι
χρήστες αισθάνονται πως πρέπει να πληρώσουν για
να έχουν αξιόπιστα αποτελέσματα. Από το 2015, οι
βασικές συνδρομές έχουν αυξηθεί κατά 150–200%,
ενώ έχουν προστεθεί και αλά καρτ επιλογές όπως
«super likes» ή φίλτρα επί πληρωμή.
Παρά τις
αυξήσεις, η συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών
συνεχίζει να χρησιμοποιεί τις εφαρμογές δωρεάν.
Όσοι πληρώνουν, όμως, δηλώνουν μεγαλύτερη
ικανοποίηση. Σύμφωνα με έρευνα της Morgan
Stanley, η βιομηχανία είδε τη μονοτοποίηση των
εσόδων να διπλασιάζεται μέσα σε οκτώ χρόνια και
η μέση δαπάνη ανά χρήστη που πληρώνει έφτασε τα
18–19 δολάρια το μήνα το 2023.
Για τη
ΝτιΒίτο, η κατάσταση αυτή αποτελεί μέρος της
ευρύτερης τάσης της «subscription-οικονομίας»,
που πλέον επηρεάζει ακόμα και την αναζήτηση
σχέσεων. Η πρόσβαση στην αγάπη μοιάζει πιο
περίπλοκη και ακριβή από ποτέ, ενώ οι νέοι
καλούνται να αντιμετωπίσουν περισσότερα εμπόδια
σε σχέση με προηγούμενες γενιές.
Πηγή:
Fortune
|