|
18ος και
19ος αιώνας
Οι
ΗΠΑ, έχοντας ανεξαρτητοποιηθεί από τη μητρόπολη,
απέφευγαν μόνιμες ευρωπαϊκές δεσμεύσεις και
πολέμους, διατηρώντας στενές εμπορικές σχέσεις
με την επονομαζόμενη «Γηραιά Ήπειρο»: η έκφραση
μαρτυρούσε λιγότερο σεβασμό προς τους
πρεσβυτέρους και περισσότερο απείθεια,
προκλητικότητα· το αίσθημα της
ανωτεροκατωτερότητας που χαρακτηρίζει τον Νέο
Κόσμο. Εκείνη την εποχή, οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν
την Ευρώπη πρωτίστως ως αγορά για τα προϊόντα
τους: καπνό, γούνες, δέρματα, αλιεύματα (κυρίως
μπακαλιάρο), σιτηρά και άλευρα, ρύζι, βαφικές
ύλες, ρητίνες, πίσσα, τερεβινθίνη, ξυλεία, ρούμι
και αργότερα βαμβάκι (με το οποίο τροφοδοτούσαν
τη βρετανική κλωστοϋφαντουργία), ορυκτέλαια,
κηροζίνη, σίδηρο και χάλυβα και, προς το τέλος
του 19ου αιώνα, προϊόντα μεταποίησης (φάρμακα,
ηλεκτρονικά, πλαστικά). Οι εξαγωγές εξελίχθηκαν
από τα υλικά ναυπηγικής και τα αγροτικά προϊόντα
στα πετρελαϊκά και στα βιομηχανικά μέχρι που,
στον 20ό αιώνα, κυριάρχησαν τα μεταποιημένα.
Advertisement
Οι
Αμερικανοί ξεχνούσαν τον δικό τους πόλεμο του
1861-65 και, παρά την ελλειμματική τους
δημοκρατία, είχαν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους
Στη
διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα, οι Αμερικανοί
έβλεπαν την Ευρώπη ως πηγή κεφαλαίου και
τεχνολογίας, όχι ως πεδίο συμμαχικών
υποχρεώσεων: επικρατούσε η ιδέα ότι οι Ευρωπαίοι
βαρύνονταν από το μοναρχικό-απολυταρχικό τους
παρελθόν και ήσαν επιρρεπείς σε πολυαίμακτους
πολέμους. Οι Αμερικανοί ξεχνούσαν τον δικό τους
πόλεμο του 1861-65 και, παρά την ελλειμματική
τους δημοκρατία, είχαν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό
τους. Ως προς αυτό, δεν πρωτοτυπούσαν: όλα τα
μεγάλα έθνη θεμελιώθηκαν σε «μεγάλες ιδέες» για
τον εαυτό τους· εξάλλου, η εν λόγω αυταπάτη
χαρακτηρίζει στη πορεία της Ιστορίας και πολλά
μικρά έθνη.
Έτσι, αν
και η βιομηχανική ισχύς και η ναυτική επέκταση
σήμαιναν στενότερη εμπλοκή ΗΠΑ-Ευρώπης, η Ευρώπη
παρέμενε δευτερεύουσα για τους Αμερικανούς που
ενδιαφέρονταν πρωτίστως για τις χώρες της δικής
τους ηπείρου: για τις «Αμερικές» (Βόρεια,
Κεντρική, Νότια, Καραϊβική) — από αυτό το
ενδιαφέρον προέκυψε το δόγμα Μοnroe του 1823.
Παρ’ όλ’ αυτά, στην πράξη, δεν κατάφεραν να
παραμείνουν πιστοί στην ιδέα του απομονωτισμού
και των «Αμερικών» τους: το 1917-1918 μπήκαν
στον Μεγάλο Πόλεμο —η απόφαση της διοίκησης του
Γουίλσον ήταν συνδυασμός οικονομικών και
πολιτικών κινήτρων— επηρεάζοντας τις ευρωπαϊκές
διευθετήσεις. Στη συνέχεια, στον Μεσοπόλεμο,
απέφυγαν και πάλι τις δεσμεύσεις, διατηρώντας
οικονομικές ανταλλαγές (εμπόριο, δάνεια,
αποπληρωμές), χωρίς συγκεκριμένη πολιτική κοινής
ασφάλειας. Εξάλλου, μετά το Κραχ του 1929 είχαν
πολλές σκοτούρες.
O Β'
Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Χάρι Τρούμαν κι η
δημιουργία του ΝΑΤΟ
Η μεγάλη
στροφή έγινε το 1941-1952 όταν οι ΗΠΑ
συστρατεύτηκαν με τους Ευρωπαίους σε έναν
πόλεμο, ο οποίος, αν η Ιαπωνία δεν είχε επιτεθεί
αιφνιδίως στο Περλ Χάρμπορ, ίσως να μην είχε
εξελιχθεί σε παγκόσμιο. Αυτός ο πόλεμος είχε ως
αποτέλεσμα τη μετακίνηση της Ευρώπης από την
περιφέρεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής
στο κέντρο της με κύριο μέλημα την αρχιτεκτονική
του Ψυχρού Πολέμου. Σταθμοί αυτής της πολιτικής
ήταν η συμφωνία Bretton Woods, που εγκαθιστούσε
μια χρηματοοικονομική τάξη με άξονα το δολάριο
(τότε το δολάριο ήταν συνδεδεμένο με τον χρυσό:
35 δολ./ουγγιά) και η δημιουργία διεθνών θεσμών
όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα.
Η συμμαχία
των ΗΠΑ με την Ευρώπη απέρρεε περισσότερο από
την αναγνώριση του κοινού εχθρού
Το 1947 το
Δόγμα Τρούμαν κρίθηκε απαραίτητο για την οχύρωση
έναντι του κομμουνισμού, ο οποίος είχε αποκτήσει
ευρεία επιρροή και θεωρούνταν απειλή για τον
«ελεύθερο κόσμο». Ωστόσο, η τότε αμερικανική
διοίκηση δεν κατανοούσε πλήρως την ανάγκη της
ευρωατλαντικής πολιτιστικής ενότητας και άμυνας·
έβλεπε τον κόσμο με μοναδικό κριτήριο την
υπεράσπιση της ελεύθερης αγοράς· και ο σκοπός
της πολιτικής της ήταν η αναχαίτιση της
σοσιαλιστικής ιδεολογίας και πρακτικής. Με λίγα
λόγια, η συμμαχία με την Ευρώπη απέρρεε λιγότερο
από την πολιτιστική συνάφεια και τις κοινές
ρίζες, και περισσότερο από την αναγνώριση του
κοινού εχθρού — μολονότι, στο εσωτερικό των
ευρωπαϊκών κοινωνιών υπήρχαν ισχυρές
κομμουνιστικές δυνάμεις και φυγόκεντρες τάσεις
(αντιαμερικανισμός, αντικαπιταλισμός,
σταλινισμός), οι οποίες μοιραία απομάκρυναν τις
ΗΠΑ από την Ευρώπη ή την Ευρώπη από τις ΗΠΑ.
Αλλά ο Χάρι
Tρούμαν επέμεινε: το 1947 ζήτησε έγκριση 400
εκατομμυρίων δολαρίων για βοήθεια στην Ελλάδα
και στην Τουρκία —σ’ αυτή την περίπτωση, όχι
μόνο αγνοώντας τους πολιτιστικούς παράγοντες
αλλά και τον ρόλο της Τουρκίας στον πόλεμο—, με
την οποία θεμελίωσε την πολιτική της ανάσχεσης
του κομμουνισμού (containment) στην Ανατολική
Μεσόγειο. Κι όπως είναι γνωστό, το δόγμα Τρούμαν
συνοδεύτηκε με το Σχέδιο Μάρσαλ (13,6 δισ.
δολάρια: 175 δισ. με τη σημερινή αντιστοιχία) με
σκοπό την οικονομική ανασυγκρότηση
(ανοικοδόμηση, αποκατάσταση της παραγωγικής
βάσης) της ρημαγμένης Ευρώπης, τη δημιουργία
αγορών και την αποτροπή της κομμουνιστικής
επέκτασης μέσω της ανάπτυξης.
Ακολούθησε
η δημιουργία της ατλαντικής συμμαχίας, του NATO,
το καταστατικό της οποίας (άρθρο 5) προέβλεπε
συλλογική αντίδραση σε περίπτωση ένοπλης
επίθεσης εναντίον ενός από τα μέλη της —
οπωσδήποτε, επρόκειτο για σύσφιξη των
αμερικανο-ευρωπαϊκών σχέσεων, αν και, το 1952,
μπήκε στο ΝΑΤΟ η πρώτη και μοναδική μη-δυτική
χώρα. Το τοπίο της συμμαχίας συμπληρώθηκε από
την GATT (General Agreement on Tariffs and
Trade), που υπεγράφη το 1947 και τέθηκε σε ισχύ
το 1948 με στόχο τη μείωση των δασμών, την
απελευθέρωση και κανονικοποίηση του διεθνούς
εμπορίου, τη διαφάνεια και την πολυμέρεια χωρίς
διμερείς δασμούς, ενώ, από το 1960 μέχρι το
1994, το διεθνές εμπόριο εξελίχθηκε με περαιτέρω
κανόνες: δημιουργήθηκε ο ΠΟΕ (World Trade
Organization) με την GATT να ενσωματώνεται στο
νομικό του πλαίσιο. Με λίγα λόγια, μέσω
συμφωνιών και θεσμών, οι ΗΠΑ φαίνονταν να
αντιμετωπίζουν την Ευρώπη ως πυλώνα του δικού
τους συστήματος ισχύος: χρήμα-ασφάλεια-εμπόριο·
ενιαίο τρίπτυχο κοινής οικονομικής πορείας.
Ο Ψυχρός
Πόλεμος και η σύγχρονη πραγματικότητα
Στη
διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η συμμαχία
ΗΠΑ-Ευρώπης ήταν στενή, αλλά όχι χωρίς
επαναλαμβανόμενες τριβές περί «ομπρέλας
ασφαλείας», εξάρτησης και αμερικανικών κανόνων
τεχνολογίας: η αμερικανική στρατιωτική παρουσία
με καμιά 40ριά νατοϊκές στρατιωτικές βάσεις
προκαλούσε μόνιμη διαμάχη περί της κατανομής
οικονομικού βάρους και ευθυνών (burden
sharing), ενώ παραλλήλως η Ευρώπη έμπαινε στον
δρόμο της νομισματικής ολοκλήρωσης· στη μακρά
πορεία προς το ευρώ που θα την καθιστούσε
συνεκτική υπερδύναμη. Ακολούθως, στην πρώτη
μεταψυχροπολεμική δεκαετία (1991-2001), κι ενώ
γινόταν πολύς λόγος για την ευρωπαϊκή
χειραφέτηση, οι ΗΠΑ λειτουργούσαν ως «security
provider» στην ευρωπαϊκή περιφέρεια — πράγμα που
φάνηκε στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας στη
δεκαετία του 1990. Έτσι, αν και, όπως είπα, οι
τριβές δεν έλειπαν —η Γαλλία αποσύρθηκε από το
στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (1966-2009)· στην
Ελλάδα, που κι αυτή αποσύρθηκε για λίγο
(1974-1980), το επίσημο αφήγημα ήταν ο
αντιμερικανισμός—, οι πρώτες μεγάλες πολιτικές
διασπάσεις κατεγράφησαν μετά το 2001.
Το δόγμα
America First δεν βοήθησε τις
αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις, ιδιαίτερα εφόφον η
πρώτη διοίκηση Τραμπ επέβαλε δασμούς στον χάλυβα
και στο αλουμίνιο
Το 2003 η
εκστρατεία των ΗΠΑ στο Ιράκ προκάλεσε ρήξη και
μόνιμη δυσπιστία στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη· η
δε προσπάθεια οικονομικής συγκόλλησης με την
TTIP (Transatlantic Trade and Investment
Partnership), μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου
και επενδύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης,
δεν ευοδώθηκε ποτέ. Στόχοι της ΤΙΙΡ ήταν η
κατάργηση ή, έστω, η μείωση των δασμών, η
εναρμόνιση των κανονισμών (πρότυπα τροφίμων,
φαρμάκων, περιβάλλοντος), η προστασία των
επενδύσεων και γενικά η διευκόλυνση του
διατλαντικού εμπορίου —αλλά, αν και υπήρχαν
διαφωνίες από την αρχή (το 2013), με την εκλογή
του Ντόναλντ Τραμπ το 2016 οι διαπραγματεύσεις
πάγωσαν. Όχι αποκλειστικά με αμερικανική ευθύνη:
οι Ευρωπαίοι κωλυσιεργούσαν διότι φοβούνταν την
υποβάθμιση των εργασιακών και περιβαλλοντικών
προτύπων, ανησυχούσαν για τους μηχανισμούς
διαιτησίας (Investor-State Dispute Settlement,
ISDS) υπέρ των πολυεθνικών και δεν εμπιστεύονταν
τις ΗΠΑ στα ζητήματα της διαφάνειας και του
σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας της κάθε χώρας.
Δίκιο είχαν. Άλλωστε, το δόγμα America First δεν
βοήθησε τις αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις,
ιδιαίτερα εφόσον η πρώτη διοίκηση Τραμπ επέβαλε
δασμούς στον χάλυβα και στο αλουμίνιο,
υπογραμμίζοντας, σε υψηλούς τόνους, την επιβολή
του «αμερικανικού δικαίου ως παγκόσμιου
εργαλείου», μαζί με κυρώσεις που είχαν
εξωεδαφικές επιδράσεις. Το χάσμα βάθυνε όταν
έγινε φανερή η απόρριψη του Green Deal εκ μέρους
των ΗΠΑ κι όταν η διοίκηση του Ντόναλντ κράτησε
ίσες αποστάσεις στη ρωσο-ουκρανική διένεξη
εκδηλώνοντας σχετική εύνοια προς τον
επιτιθέμενο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μια
αμερικανική προεδρία στήριζε αυταρχικά
καθεστώτα, δικτάτορες, πραξικοπηματίες κτλ· ήταν
όμως η πρώτη φορά που στήριζε Ρώσους.
Σήμερα, η
πολιτική της αμερικανικής διοίκησης είναι
διχαστική τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και
έναντι των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ. Η
επιβολή δασμών λειτουργεί όλο και λιγότερο ως
τεχνικό εργαλείο εμπορικής πολιτικής, όλο και
περισσότερο ως εργαλείο ισχύος και επίδειξης
ισχύος, πράγμα που πράγματι υπονομεύει τη
φιλελεύθερη τάξη. Όχι επειδή οι δασμοί είναι
καθεαυτοί «ανελεύθεροι», αλλά επειδή
μεταβάλλεται ο τρόπος χρήσης τους: αντί για
προβλεψιμότητα δημιουργούν πίεση και απαιτήσεις
ανταπόδοσης.
Η
trumponomics μετατρέπει την εμπορική πολιτική σε
διπλωματία καταναγκασμού
Κοντολογίς,
παρατηρείται μετατόπιση από το παγκοσμιοποιημένο
ελεύθερο εμπόριο σε μια μορφή νεο-μερκαντιλισμού
και κατευθυνόμενου εμπορίου (managed trade) από
ένα ισχυρό κράτος, τις ΗΠΑ, που κατευθύνει τις
αγορές και τις εμπορικές ροές για να
εξυπηρετήσει το εθνικό του συμφέρον — πιθανότατα
το συμφέρον μιας πλουτοκρατίας. Η trumponomics
μετατρέπει την εμπορική πολιτική σε διπλωματία
καταναγκασμού, με τους δασμούς να προκαλούν
πακέτα αντιποίνων, απειλές και μετάθεση
σύγκρουσης σε νέους τομείς όπως είναι ο τομέας
της τεχνολογίας: γενικά, η trumponomics
προβλέπει συγκρουσιακή πολιτική έναντι της
Ευρώπης και μετατροπή των οικονομικών σχέσεων
από «rule-based» σε «power-based» με τους
μικρότερους παίκτες να πιέζονται να διαλέξουν
στρατόπεδο ή να πληρώνουν ασφάλιστρο πρόσβασης.
Η κρίση του
κοινωνικού συμβολαίου στο εσωτερικό των ΗΠΑ
συνοδεύεται από κρίση του αμερικανο-ευρωπαϊκού
μεταπολεμικού συμβολαίου. Ο συναλλακτικός
ατλαντισμός του Ντόναλντ περιλαμβάνει
μεταρρύθμιση στην τιμολόγηση της συμμαχίας,
επιθετικότερες εμπορικές διαπραγματεύσεις και
διασπαστική ρητορική. Για την ασφάλεια, διατηρεί
απρόθυμα το NATO απαιτώντας υψηλότερες
ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες, επανεξοπλισμό και
ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης. Από τις ευρωπαϊκές
ακτές παρατηρούμε επιθυμία για κατάργηση των
αμερικανικών εγγυήσεων —πράγμα που συνοδεύεται
από προπαγάνδα στο εσωτερικό των ΗΠΑ περί δήθεν
υπερβολικά γενναιόδωρου θείου από την Αμερική— η
οποία εντείνει την ανάγκη της ευρωπαϊκής
στρατηγικής αυτονομίας: όχι απαραιτήτως για
έξοδο από το NATO, αλλά για ευρωπαϊκή αυτάρκεια,
για δημιουργία ευρωστρατού. Ή, ακόμα και για
οικειοποίηση του ΝΑΤΟ.
Φυσικά,
τίποτα από τις διασπαστικές διακηρύξεις του
Ντόναλντ δεν υλοποιείται 100%. Οι περισσότερες
όμως έχουν αντίκτυπο στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπου
οι περισσότεροι Αμερικανοί έχουν πεισθεί ότι μας
ταΐζουν· ότι επί 80 χρόνια τρώμε και πίνουμε εις
βάρος τους. Αυτό δεν ισχύει: στο ΝΑΤΟ, όπου ο
Ντόναλντ διακηρύσσει ότι οι ΗΠΑ πληρώνουν τα
μαλλιά της κεφαλής τους, υπάρχουν δύο τελείως
διαφορετικοί λογαριασμοί· οι κοινοί
προϋπολογισμοί (Civil/Military Budget και NSIP)
όπου οι ΗΠΑ δεν σηκώνουν το βάρος μόνες τους,
και το επιλεγόμενο cost-share (με βάση το GNI)
όπου η αμερικανική συμμετοχή ήταν περίπου 15,88%
έως 31/12/2025 και θα κυμανθεί γύρω στο 14,90%
για το 2026-2027. Όσο για τους κοινούς
προϋπολογισμούς, αντιπροσωπεύουν πολύ μικρό
μέρος των συνολικών δαπανών του ΝΑΤΟ: περίπου
4,6 δισ. το 2025 (0,3% της συνολικής αμυντικής
δαπάνης των συμμάχων). Δηλαδή, στα «κοινά
ταμεία» του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ πληρώνουν μεγάλο αλλά
όχι δυσανάλογο μερίδιο: εκτός του ότι είναι η
μεγαλύτερη χώρα, είναι κι εκείνη που προκαλεί
μεγαλύτερη επικινδυνότητα στον κόσμο.
Οι ΗΠΑ
συνεισφέρουν πολύ και στον ΟΗΕ, αλλά το σύστημα
έχει πλαφόν
Τώρα,
σχετικά με τις εθνικές αμυντικές δαπάνες των
κρατών-μελών (defence spending), οι ΗΠΑ πράγματι
πληρώνουν πολύ περισσότερο σε απόλυτα ποσά: η
αμερικανική αμυντική δαπάνη αντιστοιχεί περίπου
στα 2/3 της συνολικής αμυντικής δαπάνης της
Συμμαχίας. Όμως αυτό αντανακλά τον ρόλο τους ως
παγκόσμιας στρατιωτικής δύναμης, όχι «υπερχρέωση
μέσω του ΝΑΤΟ». Σε άλλους θεσμούς, η εικόνα
είναι μεικτή: για παράδειγμα, στον τακτικό
προϋπολογισμό του ΟΗΕ όπου υπάρχει ανώτατο όριο
22% για το ποσοστό που μπορεί να χρεωθεί ένα
κράτος-μέλος, στην ειρηνευτική δύναμη οι ΗΠΑ
έχουν το υψηλότερο ποσοστό το 2025 (περίπου
26,15%). Άρα και στον ΟΗΕ οι ΗΠΑ συνεισφέρουν
πολύ, αλλά το σύστημα έχει πλαφόν. Εξάλλου, έτσι
παραμένουν ο μεγαλύτερος μέτοχος: περίπου 17,4%
quota share και περίπου 16,5% voting share, κάτι
που τους δίνει πρακτική ικανότητα άσκησης βέτο
σε κρίσιμες αποφάσεις (λόγω του ορίου 15%).
Άρα: οι ΗΠΑ
πληρώνουν πολλά, αλλά η γενναιοδωρία του
Αμερικανού θείου συνοδεύεται από θεσμική ισχύ
(ψήφοι, επιρροή) που δεν έχουν άλλα κράτη.
Τέλος, παρέχουν οικονομική βοήθεια σε πολλές
χώρες: αυτή πράγματι θα μπορούσε να διακοπεί
σταδιακά, ιδιαίτερα στο Ισραήλ που τα καταφέρνει
πλέον μοναχό του. Το θέμα είναι ότι, αν διακοπεί
η βοήθεια, π.χ. στην Ιορδανία (όπου παρέχεται
1,74 δισ. ετησίως), τίποτα δεν μας εγγυάται ότι
η Ιορδανία δεν θα σπεύσει να συμμαχήσει με τους
ισλαμιστές της περιοχής. Εξάλλου, η βοήθεια δεν
είναι πάντοτε σε μετρητά· συχνά, πρόκειται για
οπλικά συστήματα, εκπαίδευση, ανθρωπιστική και
τεχνική βοήθεια, στήριξη προϋπολογισμού·
τουτέστιν, πράγματα που σταθεροποιούν καθεστώτα,
εξασφαλίζουν συνεργασία στην αντιτρομοκρατία και
διατηρούν ισορροπίες σε περιοχές υψηλής
αστάθειας. Συμπερασματικά: αν και το
ForeignAssistance.gov δείχνει τάξεις μεγέθους
δεκάδων δισ. δολαρίων παγκοσμίως και κάλυψη
μεγάλου αριθμού χωρών, (το πού καταλήγει αυτή η
βοήθεια, ένας θεός ξέρει…), είναι λίγες οι χώρες
που παίρνουν επαρκές μέρος της πίτας ώστε να
εξαρτώνται ολοκληρωτικά από την αμερικανικά
βοήθεια.
Αν
περικοπεί αυτή η βοήθεια, οι ΗΠΑ δεν θα έχουν
επιρροή και το κενό θα καλυφθεί από άλλες
δυνάμεις. Αλλά η διοίκηση του Ντόναλντ διατελεί
εν συγχύσει: πιστεύει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να
είναι, χωρίς συμμαχίες, το επικυρίαρχο κράτος
στον κόσμο σε όλα τα επίπεδα: εμπορικό,
στρατιωτικό, τεχνολογικό. Αυτό δεν μπορεί να
συμβεί: η πολιτική America First και MAGA
βασίζεται στo άπιαστο όνειρο της μονομερούς
ισχύος, σε ένα μη βιώσιμο σχέδιο. Η αμερικανική
ισχύς υπήρξε πάντοτε ενσωματωμένη σε συμμαχικά
συστήματα η διάρρηξη των οποίων αποδυναμώνει
πρωτίστως τις ίδιες τις ΗΠΑ.
Σώτη
Τριανταφύλλου (Athens Voice)
|