|
Για μια οικονομία όπως η
ελληνική, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από
εισαγόμενη ενέργεια, το σοκ αυτό μεταφέρεται
σχεδόν αυτούσιο στον τελικό καταναλωτή. Το
αποτέλεσμα είναι ένας «εισαγόμενος πληθωρισμός»,
που δεν μπορεί να ελεγχθεί εύκολα με εσωτερικά
εργαλεία πολιτικής.
Αυτό εξηγεί και γιατί η
εικόνα αποκλιμάκωσης του πληθωρισμου των
τελευταίων μηνών αποδείχθηκε εύθραυστη. Η
μετάβαση από το 2,7% στο 3,9% δείχνει πόσο
γρήγορα μπορεί να ανατραπεί το κλίμα όταν
εξωγενείς παράγοντες όπως η ένταση στη Μέση
Ανατολή επανέρχονται στο προσκήνιο. Ο
πληθωρισμός δεν είναι πλέον μόνο θέμα ζήτησης ή
εγχώριων στρεβλώσεων, αλλά βαθιά συνδεδεμένος με
τη γεωπολιτική.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο,
είναι η διάρκεια αυτών των πιέσεων. Αν η ένταση
παραταθεί, οι αυξήσεις στην ενέργεια παγιώνονται
και «ποτίζουν» όλη την οικονομία. Δεν πρόκειται
για ένα παροδικό σοκ, αλλά για έναν μηχανισμό
που μπορεί να συντηρήσει τον πληθωρισμό σε
υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι
κυβερνήσεις βρίσκονται μπροστά σε ένα δύσκολο
δίλημμα: να στηρίξουν τα νοικοκυριά απέναντι
στις αυξήσεις ή να αποφύγουν μέτρα που ενδέχεται
να τροφοδοτήσουν περαιτέρω τη ζήτηση και τον
ίδιο τον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή, οι
κεντρικές τράπεζες καλούνται να επανεκτιμήσουν
την πορεία της νομισματικής πολιτικής, καθώς οι
προσδοκίες για ταχύτερη αποκλιμάκωση
διαψεύδονται.
Συμπερασματικά, η επιστροφή
του πληθωρισμού στο 3,9% δεν είναι απλώς ένας
αριθμός. Είναι η υπενθύμιση ότι σε έναν κόσμο
γεωπολιτικής αστάθειας, η οικονομία παραμένει
ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ. Και όσο η Μέση Ανατολή
παραμένει εστία έντασης, η «μάχη με την
ακρίβεια» δύσκολα θα έχει σταθερά καθοδική
πορεία.
Αθανασία Ακρίβου (Ο.Τ.)
|