|
Αν
μια κυβέρνηση πάλι δεν
αποτύχει, τότε με
επιχείρημα τη
«σταθερότητα» και τη
«συνέχεια», κερδίζει την
επανεκλογή της. Συνέβη
με τη ΝΔ το 1977, το
2007 και το 2023, όπως
και με το ΠαΣοΚ το 1985
και το 2000. Και με
εξαίρεση το 2015, σε
όλες τις περιπτώσεις
προέκυψαν αυτοδύναμες
κυβερνήσεις.
Σήμερα οι συνθήκες είναι
ιδιότυπες.
Από
τη μία πλευρά, η
κυβέρνηση Μητσοτάκη
διανύει ήδη τη δεύτερη
θητεία της και επιδιώκει
μία τρίτη. Είναι η πρώτη
φορά στη Μεταπολίτευση
που ένα κόμμα το
επιχειρεί με την ίδια
ηγεσία. Έως σήμερα τρίτη
συνεχή θητεία είχε
πετύχει μόνο το ΠαΣοΚ
αλλά με δύο
διαφορετικούς
πρωθυπουργούς: τον
Ανδρέα (1993-1996) και
το Σημίτη (1996-2004). Ο
Μητσοτάκης συνεπώς
κυνηγά ένα ρεκόρ.
Επίσης, ο πληθωρισμός
και η ακρίβεια έχουν
φθείρει αισθητά τη ΝΔ,
όπως και το ζήτημα
λειτουργίας των θεσμών.
Έτσι στην εκτίμηση ψήφου
βρίσκεται στo 29%
(Politico 5/6).
Επιπλέον, το μπόνους των
50 εδρών κατανέμεται στο
νικητή κλιμακωτά. Αν
λάβει κάτω από 40%,
δύσκολα διασφαλίζει
άνετη πλειοψηφία εδρών.
Και η απόσταση σήμερα
είναι σημαντική.
Από
την άλλη πλευρά, δεν
υπάρχει δικομματισμός, η
διαφορά μεταξύ πρώτου
και δεύτερου κόμματος
δημοσκοπικά είναι ακόμα
μεγάλη και συνολικά η
αντιπολίτευση είναι
κατακερματισμένη.
Επίσης, για ανεξήγητους
λόγους, οι κομματικοί
αντίπαλοι της κυβέρνησης
αποφεύγουν να εστιάσουν
επικοινωνιακά στο ζήτημα
του κόστους ζωής που
καταγράφουν ως κεντρικό
όλες οι δημοσκοπήσεις.
Είναι χαρακτηριστικό πως
η είδηση ότι ο
πληθωρισμός έφθασε στο
5,2% το Μάιο έναντι 3,2%
στην Ευρωζώνη, πέρασε
πολιτικά σχεδόν
απαρατήρητη. Έτσι η
αντιπολίτευση συνολικά
αδυνατεί ως τώρα να
χαράξει διαχωριστικές
γραμμές στο γήπεδο της
οικονομίας που απασχολεί
τους περισσότερους
πολίτες και πιέζει
εντονότερα την
κυβέρνηση. Μοιραία και η
υπαρκτή κοινωνική
δυσαρέσκεια δεν βρίσκει,
προς το παρόν, κεντρικό
υποδοχέα που να
λειτουργεί ως ισχυρή
εναλλακτική με συνέπεια
να διαχέεται σε πολλές
κατευθύνσεις. Μένει να
φανεί πάντως αν θα
αλλάξει κάτι στην πορεία
έως τις εκλογές.
Η
κυβέρνηση επιχειρεί να
θέσει το ερώτημα των
εκλογών γύρω από το
σχηματισμό κυβέρνησης
και το πρόσωπο του
πρωθυπουργού.
Ο
Μητσοτάκης φαίνεται να
επενδύει ολοένα και
περισσότερο τόσο στο
φόβο της ακυβερνησίας
λόγω της δυσκολίας
κυβερνητικών συνεργασιών
όσο και την προσωπική
του εικόνα. Επιδιώκει
έτσι να συνδέσει το
ερώτημα των εκλογών με
τα πρόσωπα των αντιπάλων
του προσπαθώντας να
αξιοποιήσει το
προβάδισμα που διατηρεί
στο δείκτη της
καταλληλότητας για την
πρωθυπουργία. Επιχειρεί
επίσης να δραματοποιήσει
το ερώτημα συνδέοντάς το
με τη διαχείριση
εκτάκτων κρίσεων.
Ενδεχομένως απευθύνεται
ειδικότερα σε
απογοητευμένους δεξιούς
ψηφοφόρους της ΝΔ που
έχουν μετακινηθεί
δεξιότερα και θα έβλεπαν
ενδεχομένως θετικά ένα
κόμμα Σαμαρά. Θεωρητικά
η δραματοποίηση
υπογραμμίζει την
κρισιμότητα και ενισχύει
το επιχείρημα για
«σταθερότητα».
Ωστόσο, από τη
στρατηγική του
προκύπτουν δύο
αντιφάσεις.
Πρώτον επενδύει στο
συναίσθημα του φόβου σε
περίπτωση ακυβερνησίας,
όταν η πλειονότητα της
κοινής γνώμης (54%)
δηλώνει πως θα ψηφίσει
με κριτήριο την
«προοπτική» (Pulse 2/6).
Ο φόβος παραπέμπει σε
συνθήκες κρίσης και δεν
είναι συμβατός με μια
χώρα που επιζητά την
«κανονικότητα» και ένα
θετικό αφήγημα για το
μέλλον.
Δεύτερον, σε πρόσφατη
συνέντευξη του (ΑΝΤ1,
11/6) δήλωσε ότι
επιθυμεί μια τρίτη
θητεία αλλά «τέταρτη δεν
πρόκειται να υπάρξει».
Άρα αν τελικώς
επανεκλεγεί, ήδη από την
επόμενη μέρα θα είναι
πρωθυπουργός «υπό
προθεσμία». Πώς θα
διασφαλιστεί όμως στην
περίπτωση αυτή η συνοχή
της κυβέρνησης και της
κοινοβουλευτικής ομάδας
στην οποία στηρίζεται;
Τα όρια θητειών αφορούν
τα προεδρικά συστήματα
όπως των ΗΠΑ και της
Γαλλίας. Το βιώνουν όσοι
πρόεδροι διανύουν
δεύτερη θητεία, όπως ο
Τραμπ και ο Μακρόν. Στην
Ελλάδα το σύστημα είναι
κοινοβουλευτικό και, ήδη
από τη συνταγματική
αναθεώρηση του 1986,
πρωθυπουργο-κεντρικό.
Τυπικά όρια θητειών δεν
υπάρχουν, ενώ όταν
τίθενται ατύπως και
δημόσια παράγουν
στρεβλώσεις σε επίπεδο
διακυβέρνησης. Διότι, με
δεδομένη την φύση του
ελληνικού πολιτικού
συστήματος, η απομείωση
της πολιτικής ισχύος του
εκάστοτε πρωθυπουργού
οδηγεί εξ ορισμού σε
αστάθεια και
αβεβαιότητα.
Ο Πάνος
Κολιαστάσης είναι δρ
Πολιτικής Επιστήμης στο
Queen Mary University of
London (QMUL) και
διδάσκων στο Τμήμα
Επικοινωνίας & ΜΜΕ του
ΕΚΠΑ.
Πρώτη δημοσίευση στο
Βήμα
|