|
Ο ρόλος του mid-swap
και των πιστωτικών
spreads
Η διάκριση μεταξύ του
επιτοκίου αναφοράς και
του πιστωτικού
περιθωρίου είναι
καθοριστική για την
αξιολόγηση του κόστους
δανεισμού των τραπεζών.
Όπως επισημαίνουν
αρμόδια τραπεζικά
στελέχη, το συνολικό
επιτόκιο μιας
ομολογιακής έκδοσης
διαμορφώνεται από το
mid-swap
της αντίστοιχης
διάρκειας και το
πρόσθετο spread
που απαιτούν οι
επενδυτές για να
αναλάβουν τον πιστωτικό
κίνδυνο της εκδότριας
τράπεζας.
Το mid-swap
αποτελεί
το επιτόκιο αναφοράς της
αγοράς για συγκεκριμένη
χρονική διάρκεια, πάνω
στο οποίο προστίθεται το
πιστωτικό περιθώριο της
τράπεζας. Η άνοδός του,
υπό την επίδραση των
αυξημένων πληθωριστικών
προσδοκιών, της
προοπτικής διατήρησης
των επιτοκίων σε υψηλά
επίπεδα για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα και της
αναταραχής στην αγορά
κρατικών ομολόγων, έχει
καταστήσει εκ νέου
ακριβότερη τη
χρηματοδότηση.
Από
μηδενικά ή ακόμη και
αρνητικά επίπεδα έως το
2021, τα επιτόκια swap
αυξήθηκαν απότομα το
2022 και το 2023, όταν η
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα προχώρησε σε
επιθετικές αυξήσεις
επιτοκίων για την
αντιμετώπιση του
πληθωρισμού. Σήμερα, το
πενταετές EUR swap
κινείται κοντά στο 3,5%,
καταγράφοντας άνοδο άνω
του 47% σε ετήσια βάση.
Παρά την αύξηση του
επιτοκίου αναφοράς, οι
ελληνικές τράπεζες
δανείζονται με
χαμηλότερα πιστωτικά
spreads σε σχέση με
προηγούμενες περιόδους.
Έτσι, το συνολικό κόστος
των νέων εκδόσεων
παραμένει υψηλό σε
απόλυτους όρους, αλλά το
πρόσθετο ασφάλιστρο που
καταβάλλουν για τον δικό
τους πιστωτικό κίνδυνο
έχει περιοριστεί.
Πώς
λειτουργεί η
αντιστάθμιση επιτοκιακού
κινδύνου
Σημαντικό ρόλο στη
διαχείριση του κόστους
χρηματοδότησης
διαδραματίζουν και οι
πράξεις αντιστάθμισης
επιτοκιακού κινδύνου
(hedging). Μέσω των
σχετικών συμφωνιών swap,
οι τράπεζες μπορούν να
μετατρέπουν το σταθερό
επιτόκιο των ομολόγων
τους σε κυμαινόμενο
κόστος, εισπράττοντας το
σταθερό σκέλος της
συμφωνίας και
καταβάλλοντας Euribor.
Όταν διαθέτουν παράλληλα
δάνεια ή άλλα στοιχεία
ενεργητικού που
αποδίδουν κυμαινόμενο
επιτόκιο, οι μεταβολές
του Euribor μπορούν να
αντισταθμίζονται σε
σημαντικό βαθμό. Σε αυτή
την περίπτωση, το κόστος
που απομένει και έχει
μεγαλύτερη σημασία για
την αποτίμηση της
χρηματοδότησης είναι
κυρίως το πιστωτικό
spread, το οποίο
αντανακλά τον κίνδυνο
της εκδότριας τράπεζας.
Η
συγκεκριμένη πρακτική
επιτρέπει στις τράπεζες
να διαχειρίζονται
αποτελεσματικότερα τις
επιπτώσεις των μεταβολών
των επιτοκίων, χωρίς να
παραμένουν υποχρεωτικά
εκτεθειμένες επί σειρά
ετών σε ένα σταθερό
κουπόνι.
Οι
αποδόσεις στη
δευτερογενή αγορά
Η
εικόνα στη δευτερογενή
αγορά αποτυπώνει τις
διαφορετικές απαιτήσεις
των επενδυτών ανάλογα με
τη διάρκεια και τα
χαρακτηριστικά κάθε
έκδοσης. Για τα ομόλογα
senior preferred, οι
αποδόσεις διαμορφώνονται
σήμερα περίπου μεταξύ
3,2% και 4,6%, ανάλογα
με τη λήξη και την
ημερομηνία πρώτης
ανάκλησης.
Οι
παλαιότερες εκδόσεις με
υψηλά κουπόνια
αναδεικνύουν τη μεταβολή
που έχει συντελεστεί
στην αποτίμηση του
πιστωτικού κινδύνου. Το
senior preferred ομόλογο
της Πειραιώς, με κουπόνι
7,25% και λήξη το 2028,
προσφέρει σήμερα απόδοση
3,39%. Το αντίστοιχο
ομόλογο της Eurobank, με
κουπόνι 7% και λήξη το
2029, αποδίδει 3,84%,
ενώ η έκδοση της Alpha
Bank με κουπόνι 6,875%
και λήξη το 2029
εμφανίζει απόδοση 3,98%.
Αντίθετα, αρκετές
νεότερες εκδόσεις με
χαμηλότερα κουπόνια
διαπραγματεύονται κάτω
από το άρτιο, δηλαδή σε
τιμές χαμηλότερες από το
100% της ονομαστικής
τους αξίας. Αυτό
συμβαίνει επειδή οι
τρέχουσες συνθήκες της
αγοράς απαιτούν
υψηλότερες αποδόσεις από
εκείνες που είχαν
ενσωματωθεί στην
τιμολόγησή τους κατά την
έκδοση.
Χαρακτηριστικά
παραδείγματα αποτελούν
senior ομόλογα της Alpha
Bank με κουπόνια 3,125%,
3,75% και 3,5%, τα οποία
λήγουν μεταξύ 2031 και
2033 και εμφανίζουν
σήμερα αποδόσεις περίπου
4,44% έως 4,60%.
Υψηλότερο κόστος στις
εκδόσεις Tier 2 και AT1
Το
κόστος χρηματοδότησης
αυξάνεται όσο χαμηλότερα
βρίσκεται ένας τίτλος
στην κεφαλαιακή
διάρθρωση της τράπεζας,
καθώς οι επενδυτές
αναλαμβάνουν μεγαλύτερο
κίνδυνο.
Οι
εκδόσεις Tier 2 των
συστημικών τραπεζών
αποδίδουν σήμερα περίπου
4,3% έως 5,2%, ενώ τα
ομόλογα AT1, τα οποία
είναι αορίστου διάρκειας
και ενέχουν υψηλότερο
κίνδυνο, κινούνται
γενικά σε επίπεδα από
6,3% έως σχεδόν 7%.
Η
συνολική εικόνα
αποτυπώνει τη διπλή
επίδραση που δέχονται οι
ελληνικές τράπεζες στις
διεθνείς αγορές: από τη
μία πλευρά, το υψηλότερο
κόστος χρήματος αυξάνει
το επιτόκιο των νέων
εκδόσεων· από την άλλη,
η υποχώρηση των
πιστωτικών spreads
περιορίζει την
επιβάρυνση που συνδέεται
με τον δικό τους
κίνδυνο. Η εξέλιξη των
δύο αυτών παραγόντων θα
εξακολουθήσει να
καθορίζει τους όρους με
τους οποίους οι τράπεζες
θα αναχρηματοδοτούν τις
ομολογιακές τους
υποχρεώσεις και θα
καλύπτουν τις εποπτικές
τους ανάγκες.
|