|
Το Brent
κινείται πλέον κοντά ή
και πάνω από τα 100
δολάρια ανά βαρέλι, από
περίπου 78-80 δολάρια
πριν από έναν χρόνο,
γεγονός που επιβαρύνει
το ενεργειακό κόστος
διεθνώς και αναζωπυρώνει
τις πληθωριστικές
πιέσεις.
Στη Wall
Street,
οι βασικοί δείκτες
ξεκίνησαν τη συνεδρίαση
με ισχυρές απώλειες,
καθώς η άνοδος των
αποδόσεων των
αμερικανικών ομολόγων
και η αβεβαιότητα γύρω
από τις σχέσεις
ΗΠΑ-Κίνας επιδείνωσαν το
επενδυτικό κλίμα. Ο
S&P
500 σημείωσε πτώση
περίπου 1,4%, ο
Nasdaq
υποχώρησε κατά 2%, ενώ ο
Dow
Jones
έχασε περίπου 1%.
Το μεγαλύτερο βάρος
δέχθηκε ο τεχνολογικός
κλάδος, καθώς οι
επενδυτές προχώρησαν σε
ρευστοποιήσεις έπειτα
από το πρόσφατο ράλι των
μετοχών τεχνολογίας. Η
Intel
κατέγραψε απώλειες 4%,
ενώ AMD
και Micron
κινήθηκαν χαμηλότερα
κατά περίπου 3%. Πτωτικά
κινήθηκε και η
Nvidia,
ενώ και η
Cerebras
Systems
υποχώρησε μετά την
εντυπωσιακή πρώτη ημέρα
διαπραγμάτευσής της.
Αρνητική ήταν η εικόνα
και στα ευρωπαϊκά
χρηματιστήρια, με τους
επενδυτές να
επηρεάζονται από τα
υψηλότερα του
αναμενομένου στοιχεία
πληθωρισμού στις ΗΠΑ και
τη νέα άνοδο των τιμών
πετρελαίου. Παράλληλα,
οι αγορές προσπαθούν να
αξιολογήσουν τα μηνύματα
από τη συνάντηση Τραμπ –
Σι, με επίκεντρο το
εμπόριο, τους δασμούς
και τις γεωπολιτικές
εξελίξεις.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης
Stoxx
600 κινήθηκε χαμηλότερα
κατά περίπου 1,3%, ενώ
σημαντικές απώλειες
σημείωσαν ο FTSE
100 στο Λονδίνο, ο
DAX
στη Γερμανία και ο
CAC
40 στη Γαλλία. Πτωτικά
κινήθηκε και το
Χρηματιστήριο Αθηνών, με
τις τράπεζες να δέχονται
τις μεγαλύτερες πιέσεις.
Το αρνητικό κλίμα είχε
ήδη διαμορφωθεί στην
Ασία, όπου ο κορεατικός
Kospi
υποχώρησε περισσότερο
από 3%, ενώ απώλειες
σημείωσαν επίσης οι
δείκτες στην Ιαπωνία και
το Χονγκ Κονγκ. Μοναδική
εξαίρεση αποτέλεσε η
Ινδία, όπου ο
Nifty
50 κινήθηκε ελαφρώς
ανοδικά.
Σημαντικές πιέσεις
καταγράφηκαν και στις
αγορές ομολόγων. Η
απόδοση του αμερικανικού
30ετούς τίτλου ξεπέρασε
το 5,1%, πλησιάζοντας τα
υψηλότερα επίπεδα από το
2023. Η επανεμφάνιση
πληθωριστικών πιέσεων
λόγω της ενεργειακής
κρίσης οδηγεί τους
επενδυτές στην εκτίμηση
ότι τα επιτόκια θα
παραμείνουν υψηλά για
μεγαλύτερο διάστημα,
κάτι που επηρεάζει
ιδιαίτερα τις μετοχές
ανάπτυξης.
Παράλληλα, το πετρέλαιο
συνέχισε την ανοδική του
πορεία, με το
αμερικανικό WTI
να ξεπερνά τα 104
δολάρια και το
Brent
να κινείται κοντά στα
108 δολάρια ανά βαρέλι.
Η πιο έντονη ανησυχία
εντοπίζεται στη
Βρετανία, όπου τα
κρατικά ομόλογα δέχονται
ισχυρές πιέσεις. Οι
αποδόσεις των 30ετών
βρετανικών τίτλων
έφτασαν στο υψηλότερο
επίπεδο από το 1998, ενώ
οι αποδόσεις των 10ετών
κινήθηκαν σε επίπεδα που
είχαν να εμφανιστούν από
την περίοδο της
χρηματοπιστωτικής κρίσης
του 2008.
Οι επενδυτές δεν
ανησυχούν μόνο για την
ενεργειακή κρίση αλλά
και για την πολιτική
αβεβαιότητα στη χώρα. Ο
πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ
βρίσκεται αντιμέτωπος με
εσωκομματικές πιέσεις,
καθώς ο Άντι Μπέρναμ
φαίνεται να ενισχύει τη
θέση του εντός των
Εργατικών, δημιουργώντας
σενάρια αμφισβήτησης της
ηγεσίας.
Οι αγορές θεωρούν ότι
μια πιθανή στροφή προς
πιο επεκτατική
δημοσιονομική πολιτική
θα μπορούσε να αυξήσει
περαιτέρω τον κρατικό
δανεισμό και να
επιβαρύνει ακόμη
περισσότερο τα δημόσια
οικονομικά της
Βρετανίας. Η στερλίνα
συνέχισε να
αποδυναμώνεται,
καταγράφοντας πέμπτη
συνεχόμενη πτωτική
συνεδρίαση.
Αρκετοί αναλυτές
συγκρίνουν πλέον το
σημερινό περιβάλλον με
την κρίση εμπιστοσύνης
του 2022 επί Λιζ Τρας,
όταν οι αγορές είχαν
αντιδράσει έντονα
απέναντι στους φόβους
για ανεξέλεγκτη
δημοσιονομική επέκταση.
Η άνοδος των αποδόσεων
δεν περιορίζεται στη
Βρετανία. Σε ολόκληρο
τον G7,
οι αποδόσεις των 10ετών
κρατικών ομολόγων έχουν
αυξηθεί σημαντικά μέσα
στην εβδομάδα,
καταγράφοντας μία από
τις μεγαλύτερες
εβδομαδιαίες κινήσεις
του τελευταίου έτους.
Οι επιπτώσεις αρχίζουν
ήδη να μεταφέρονται στην
πραγματική οικονομία.
Στη Γερμανία, οι τιμές
χονδρικής αυξήθηκαν
απότομα τον Απρίλιο, ενώ
τα πετρελαϊκά προϊόντα
καταγράφουν άνοδο άνω
του 37% σε σχέση με
πέρυσι.
Οι αγορές πλέον θεωρούν
πιθανό ότι η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα θα
χρειαστεί να διατηρήσει
πιο επιθετική στάση για
μεγαλύτερο διάστημα.
Στις ΗΠΑ, οι αποδόσεις
των 10ετών ομολόγων
κινήθηκαν στα υψηλότερα
επίπεδα περίπου ενός
έτους, καθώς οι
traders
επανεξετάζουν το
ενδεχόμενο νέας αύξησης
επιτοκίων από τη
Federal
Reserve.
Μέχρι πριν λίγους μήνες,
οι αγορές προεξοφλούσαν
αρκετές μειώσεις
επιτοκίων μέσα στο 2026.
Πλέον, τα παράγωγα της
αγοράς αποτυπώνουν ακόμη
και πιθανότητα νέας
αύξησης επιτοκίων εντός
της χρονιάς.
Στο μεταξύ, οι επενδυτές
παρακολουθούν στενά και
τις εξελίξεις στις
σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας. Η
πρόσφατη σύνοδος κορυφής
μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ
και Σι Τζινπίνγκ
επικεντρώθηκε σε
ζητήματα εμπορίου,
δασμών, Ταϊβάν και Ιράν,
ενώ οι δύο πλευρές
φέρονται να συμφώνησαν
στη σημασία διατήρησης
ανοιχτών των Στενών του
Ορμούζ.
Τα νέα στοιχεία για τον
πληθωρισμό στις ΗΠΑ
ενίσχυσαν περαιτέρω τις
ανησυχίες. Ο δείκτης
τιμών παραγωγού
κατέγραψε τη μεγαλύτερη
μηνιαία άνοδο από το
2022, ενώ ο δείκτης
τιμών καταναλωτή
αυξήθηκε κατά 3,8% σε
ετήσια βάση, με βασικό
μοχλό την άνοδο της
ενέργειας και του
κόστους στέγασης.
Παρότι ο δομικός
πληθωρισμός παρέμεινε
χαμηλότερος, εξακολουθεί
να κινείται πάνω από τον
στόχο της Fed,
ενισχύοντας τις
προσδοκίες ότι η
κεντρική τράπεζα θα
διατηρήσει στάση
αναμονής μέχρι να
αποσαφηνιστούν οι
συνέπειες του πολέμου
στη Μέση Ανατολή και των
εμπορικών πολιτικών
Τραμπ.
Την ίδια στιγμή, τα
futures
της Wall
Street
κινήθηκαν πτωτικά, ενώ η
Διεθνής Υπηρεσία
Ενέργειας προειδοποίησε
ότι τα παγκόσμια
αποθέματα πετρελαίου
μειώνονται με ταχείς
ρυθμούς εξαιτίας των
προβλημάτων μεταφοράς
μέσω των Στενών του
Ορμούζ.
Το αποτέλεσμα είναι ένα
νέο παγκόσμιο
sell-off
στα κρατικά ομόλογα,
ακόμη και σε αγορές που
παραδοσιακά θεωρούνται
ασφαλή επενδυτικά
καταφύγια.
Οι τιμές του πετρελαίου
ενισχύθηκαν περαιτέρω
μετά από δηλώσεις του
Ντόναλντ Τραμπ ότι η
Κίνα συμφώνησε να
αυξήσει τις αγορές
αμερικανικού πετρελαίου
έπειτα από τις
συνομιλίες με τον Σι
Τζινπίνγκ. Ωστόσο, το
Πεκίνο δεν έχει μέχρι
στιγμής επιβεβαιώσει
επίσημα τη συγκεκριμένη
συμφωνία.
Οι αγορές πλέον δεν
φοβούνται μόνο την
επιστροφή του
πληθωρισμού, αλλά και το
ενδεχόμενο μιας νέας
περιόδου δημοσιονομικής
και χρηματοπιστωτικής
αστάθειας στις μεγάλες
δυτικές οικονομίες, σε
μια συγκυρία όπου το
παγκόσμιο χρέος
βρίσκεται ήδη σε
ιστορικά υψηλά επίπεδα.
|