|
Το συγκεκριμένο διάταγμα
είχε υπογραφεί από τον
Τραμπ αμέσως μετά την
έναρξη της δεύτερης
θητείας του και
θεωρείται μία από τις
πιο αμφιλεγόμενες
παρεμβάσεις του στο
μεταναστευτικό ζήτημα. Η
πρωτοβουλία αμφισβητεί
ευθέως τη 14η Τροπολογία
του αμερικανικού
Συντάγματος, η οποία
κατοχυρώνει το δικαίωμα
υπηκοότητας μέσω
γέννησης σε αμερικανικό
έδαφος.
Μέχρι σήμερα, όλα τα
κατώτερα δικαστήρια που
εξέτασαν την υπόθεση
έχουν κρίνει το μέτρο
αντισυνταγματικό, ωστόσο
η τελική απόφαση
αναμένεται από το
Ανώτατο Δικαστήριο έως
τα τέλη Ιουνίου.
Παράλληλα, ο Τραμπ
εξαπέλυσε πυρά και κατά
δύο συντηρητικών
δικαστών που είχε ο
ίδιος διορίσει κατά την
πρώτη του θητεία — του
Neil
Gorsuch
και της Amy
Coney
Barrett
— κατηγορώντας τους ότι
συμμετείχαν σε απόφαση
που έπληξε τη
δασμολογική του
πολιτική.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η
απόφαση αυτή κόστισε
στις Ηνωμένες Πολιτείες
περίπου 159 δισ.
δολάρια, χρήματα τα
οποία, όπως υποστήριξε,
θα έπρεπε να επιστραφούν
σε χώρες και
επιχειρήσεις που
«εκμεταλλεύονταν» επί
χρόνια την αμερικανική
οικονομία.
Η δημόσια πίεση προς το
Ανώτατο Δικαστήριο
θεωρείται ιδιαίτερα
ασυνήθιστη για τα
αμερικανικά πολιτικά
δεδομένα, καθώς ο θεσμός
λειτουργεί διαχρονικά ως
ανεξάρτητος πυλώνας
ελέγχου της εκτελεστικής
και νομοθετικής
εξουσίας.
Σήμερα, η σύνθεση του
Ανώτατου Δικαστηρίου
περιλαμβάνει έξι
συντηρητικούς και τρεις
προοδευτικούς δικαστές,
με τον Τραμπ να έχει
διαδραματίσει
καθοριστικό ρόλο στη
διαμόρφωση της σημερινής
πλειοψηφίας κατά την
πρώτη του προεδρική
θητεία.
|