|
Από τον Σεπτέμβριο η
χώρα θα θεωρείται
developed
market
για τους FTSE
Russell,
S&P
Dow
Jones
και STOXX,
ενώ ο MSCI
θα συνεχίσει να την
κατατάσσει στις
αναδυόμενες αγορές μέχρι
τον Μάιο του 2027.
Αυτό σημαίνει ότι το
ελληνικό χρηματιστήριο
εισέρχεται σε μια
μεταβατική περίοδο κατά
την οποία διαφορετικοί
πάροχοι δεικτών θα
εφαρμόζουν διαφορετικά
κριτήρια και διαφορετικά
χρονοδιαγράμματα.
Η 21η Σεπτεμβρίου ως
ορόσημο
Η 21η Σεπτεμβρίου αποκτά
ιδιαίτερη σημασία για
την ελληνική αγορά. Τότε
αναμένεται να
ενεργοποιηθεί η αλλαγή
κατηγορίας στους δείκτες
των FTSE
Russell
και STOXX,
ενώ η Ελλάδα θα
ακολουθήσει ανάλογη
πορεία και στους δείκτες
της S&P
Dow
Jones.
Η εξέλιξη έχει και
έντονο συμβολισμό. Η
Ελλάδα είχε χάσει το
καθεστώς της
ανεπτυγμένης αγοράς το
2013, όταν η οικονομική
και χρηματοπιστωτική
κρίση βρισκόταν στο
αποκορύφωμά της.
Δεκατρία χρόνια
αργότερα, η επιστροφή
στους developed
markets
αποτελεί ουσιαστικά την
άλλη όψη εκείνης της
υποβάθμισης.
Βέβαια, η αναβάθμιση δεν
συνεπάγεται αυτομάτως
μαζικές αγορές ελληνικών
μετοχών. Η σημασία της
βρίσκεται κυρίως στο
γεγονός ότι η Ελλάδα θα
αρχίσει να
αντιμετωπίζεται
διαφορετικά από ένα
μεγάλο τμήμα της
διεθνούς επενδυτικής
κοινότητας και θα
εντάσσεται σε
διαφορετικά
benchmarks.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη
σημασία για τα κεφάλαια
που δεν επιλέγουν
μεμονωμένα μετοχές, αλλά
ακολουθούν μηχανικά τους
δείκτες.
Το μεγάλο στοίχημα
βρίσκεται στα
index
funds
Η αλλαγή κατηγορίας
δημιουργεί ένα σημαντικό
τεχνικό γεγονός για τα
παθητικά κεφάλαια.
Τα ETFs
και τα index
funds
που παρακολουθούν
συγκεκριμένους δείκτες
είναι υποχρεωμένα να
αναπροσαρμόζουν τα
χαρτοφυλάκιά τους όταν
αλλάζει η σύνθεση ή η
γεωγραφική κατανομή των
benchmarks.
Οι κινήσεις αυτές δεν
προκύπτουν από την άποψη
ενός διαχειριστή για το
αν μια μετοχή είναι
«φθηνή» ή «ακριβή».
Είναι αποτέλεσμα της
ίδιας της μεθοδολογίας
του δείκτη.
Επομένως, το κρίσιμο
ερώτημα για την Ελλάδα
δεν είναι μόνο πόσα
κεφάλαια θα εισρεύσουν,
αλλά και σε
ποιες μετοχές θα
κατευθυνθούν αυτά τα
κεφάλαια.
Εδώ αποκτούν ιδιαίτερη
σημασία η
κεφαλαιοποίηση, η
ελεύθερη διασπορά και
τελικά η στάθμιση κάθε
εταιρείας στους νέους
δείκτες.
Όσο μεγαλύτερη είναι η
στάθμιση μιας μετοχής,
τόσο μεγαλύτερη είναι
και η πιθανή υποχρεωτική
ζήτηση από τα κεφάλαια
που ακολουθούν τον
δείκτη.
Οι τράπεζες
συγκεντρώνουν το
μεγαλύτερο βάρος
Οι τέσσερις συστημικές
τράπεζες αναμένεται να
αποτελέσουν τον βασικό
πυρήνα του ελληνικού
καλαθιού στους νέους
developed
δείκτες.
Με βάση τις εκτιμήσεις
που κυκλοφορούν στην
αγορά, η Εθνική Τράπεζα
θα έχει τη μεγαλύτερη
συμμετοχή μεταξύ των
ελληνικών τίτλων, με
εκτιμώμενη στάθμιση
22,5%.
Ακολουθούν:
|
Μετοχή
|
Εκτιμώμενη
στάθμιση
|
|
Εθνική Τράπεζα
|
22,5%
|
|
Eurobank
|
18,5%
|
|
Τράπεζα Πειραιώς
|
18,1%
|
|
Alpha Bank
|
11,8%
|
|
ΔΕΗ
|
10,2%
|
Με βάση αυτές τις
εκτιμήσεις, οι τέσσερις
τράπεζες συγκεντρώνουν
περίπου το 71% του
ελληνικού καλαθιού.
Αυτό εξηγεί σε μεγάλο
βαθμό γιατί η αναβάθμιση
της Ελλάδας
αντιμετωπίζεται ως
ιδιαίτερα σημαντική
εξέλιξη για τον
τραπεζικό κλάδο.
Στις μεγαλύτερες μη
τραπεζικές συμμετοχές
αναμένεται να βρεθούν η
ΔΕΗ, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ο ΟΤΕ,
η Jumbo
και η Allwyn.
Ωστόσο, οι παραπάνω
σταθμίσεις δεν είναι
δεδομένες. Η τελική
εικόνα θα διαμορφωθεί
από τις τιμές των
μετοχών, την
κεφαλαιοποίηση και την
ελεύθερη διασπορά τους
κατά την περίοδο
εφαρμογής της
αναδιάρθρωσης.
Με απλά λόγια, η
χρηματιστηριακή
συμπεριφορά των επόμενων
εβδομάδων μπορεί να
επηρεάσει το μέγεθος των
κεφαλαίων που θα
κατευθυνθούν σε κάθε
τίτλο.
Γιατί οι τράπεζες έχουν
το μεγαλύτερο ενδιαφέρον
Η συγκέντρωση μεγάλου
μέρους του ελληνικού
βάρους στις τράπεζες
δημιουργεί ένα ιδιαίτερα
ενδιαφέρον σκηνικό.
Alpha
Bank,
Eurobank,
Εθνική και Πειραιώς
διαθέτουν πλέον το
μέγεθος και την ελεύθερη
διασπορά που απαιτούν οι
διεθνείς δείκτες και,
κατά συνέπεια, μπορούν
να αποτελέσουν βασικούς
αποδέκτες των παθητικών
εισροών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει
και η ένταξη στους
δείκτες της STOXX.
Η JP
Morgan
θεωρεί την εξέλιξη
θετική για την Ελλάδα,
επισημαίνοντας ότι τα
προϊόντα της
STOXX
που παρακολουθούν
αναδυόμενες αγορές έχουν
μικρότερη βάση
επενδυτών. Η μετάβαση
στους developed
δείκτες διευρύνει
επομένως το δυνητικό
επενδυτικό κοινό.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική
είναι η εκτίμηση ότι
περίπου το 90% των
πιθανών εισροών που θα
προκύψουν από την
αναβάθμιση στους δείκτες
STOXX
θα μπορούσε να
κατευθυνθεί προς τις
τέσσερις συστημικές
τράπεζες.
Για τις μη τραπεζικές
εταιρείες, οι πιθανές
εισροές είναι
μικρότερες, χωρίς αυτό
να σημαίνει ότι δεν θα
υπάρξει όφελος από την
αλλαγή κατηγορίας.
ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και
Jumbo
στο διεθνές ραντάρ
Ο ΟΤΕ και η ΔΕΗ
ξεχωρίζουν μεταξύ των μη
τραπεζικών εταιρειών,
καθώς διαθέτουν τα
μεγέθη που απαιτούνται
για να αποκτήσουν
ουσιαστική παρουσία στα
διεθνή benchmarks.
Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ αποτελεί
επίσης σημαντικό
υποψήφιο τίτλο, καθώς το
μέγεθος και η επενδυτική
της ιστορία την
καθιστούν όλο και πιο
ορατή στους ξένους
επενδυτές.
Η Jumbo
έχει τη δική της
ιδιαιτερότητα. Μετά την
περίοδο χρηματιστηριακών
πιέσεων, που συνδέθηκαν
μεταξύ άλλων με τις
ανησυχίες για την πορεία
της ρουμανικής
οικονομίας, η μετοχή
έχει παρουσιάσει
βελτίωση και έχει
επιστρέψει πάνω από τα
25 ευρώ.
Στην περίπτωση της
Allwyn,
η εικόνα επηρεάστηκε από
τις εξελίξεις γύρω από
τη συγχώνευση των
δραστηριοτήτων με τον
ΟΠΑΠ. Η εταιρεία στη
συνέχεια προχώρησε σε
πρόγραμμα επαναγοράς
ιδίων μετοχών,
επιχειρώντας να
αποκαταστήσει μέρος της
χρηματιστηριακής της
δυναμικής.
Η διαφορετική ιστορία
του MSCI
Παράλληλα με την
προετοιμασία για την
αναβάθμιση του
Σεπτεμβρίου, υπάρχει και
μια δεύτερη, μικρότερη
αλλά σημαντική μάχη.
Στις 12 Αυγούστου ο
MSCI
θα ανακοινώσει την
επόμενη αναδιάρθρωσή
του. Η Ελλάδα, ωστόσο,
δεν αλλάζει ακόμη
κατηγορία. Θα παραμείνει
στους δείκτες
emerging
markets
μέχρι τον Μάιο του 2027,
μια αλλαγή status
της
αγοράς που θα μπορούσε
να πέσει κοντά στις
εθνικές εκλογές, κάτι
που έχει επιπρόσθετη
σημασία.
Η επικείμενη αναθεώρηση
έχει όμως ιδιαίτερο
ενδιαφέρον λόγω της
Motor
Oil.
Η μετοχή έχει ενισχυθεί
σημαντικά το τελευταίο
διάστημα και η
κεφαλαιοποίηση της
ελεύθερης διασποράς έχει
αυξηθεί σε επίπεδα που
την καθιστούν υποψήφια
για ένταξη στον
MSCI
Greece.
Το ερώτημα πλέον είναι
αν η Motor
Oil
θα καταφέρει αυτή τη
φορά να περάσει το
απαιτούμενο όριο και να
μπει στο δείκτη, με τα
στοιχήματα εισόδου της
μετοχής να έχουν
αυξηθεί.
Εφόσον υπάρξει ένταξη,
τότε θα ανοίξει
αυτομάτως και η συζήτηση
για το ποια υφιστάμενη
συμμετοχή θα μπορούσε να
αποχωρήσει από τον
δείκτη, εκτός αν αυξηθεί
ο αριθμός των μετοχών
που συμμετέχουν σε 10.
Η αγορά μπαίνει στην
τελική ευθεία
Το Χρηματιστήριο Αθηνών
βρίσκεται πλέον σε μια
περίοδο όπου οι τεχνικές
παράμετροι αποκτούν
σχεδόν την ίδια σημασία
με τα θεμελιώδη μεγέθη.
Οι περίπου 30
συνεδριάσεις μέχρι την
21η Σεπτεμβρίου δεν
αποτελούν απλώς μια
αντίστροφη μέτρηση για
την επίσημη αλλαγή
κατηγορίας. Είναι το
διάστημα μέσα στο οποίο
θα διαμορφωθούν οι
τελικές αποτιμήσεις, οι
κεφαλαιοποιήσεις και οι
σταθμίσεις που θα
καθορίσουν ποιοι
ελληνικοί τίτλοι θα
βρεθούν στην πρώτη
γραμμή των διεθνών
εισροών.
Το μεγάλο στοίχημα για
την ελληνική αγορά δεν
είναι μόνο η επιστροφή
στους developed
markets.
Είναι το κατά πόσο αυτή
η αλλαγή θα μετατραπεί
σε μόνιμη
διεύρυνση της
επενδυτικής βάσης του
Χρηματιστηρίου Αθηνών,
με περισσότερα διεθνή
κεφάλαια, μεγαλύτερη
ρευστότητα και υψηλότερη
θεσμική συμμετοχή.
Και σε αυτό το παιχνίδι,
οι τράπεζες φαίνεται να
έχουν το μεγαλύτερο
προβάδισμα.
|