|
Η κατάσταση στην αγορά
εργασίας μετά την
πανδημία έχει συμβάλει
σε αυτή τη μεταβολή. Οι
διαθέσιμες θέσεις
εργασίας έχουν
περιοριστεί, ενώ το
αυξημένο κόστος για τους
εργοδότες και τα
ενισχυμένα δικαιώματα
των νεοπροσλαμβανόμενων
έχουν κάνει πολλές
επιχειρήσεις πιο
επιφυλακτικές στις νέες
προσλήψεις. Όταν,
ωστόσο, αποφασίζουν να
προχωρήσουν,
χρησιμοποιούν όλο και
συχνότερα εργαλεία
τεχνητής νοημοσύνης για
να διαχειριστούν τον
μεγάλο όγκο αιτήσεων.
Για τους υποψηφίους,
αυτή η εμπειρία συχνά
μοιάζει αποξενωτική,
καθώς περνούν αρκετή ώρα
μπροστά σε μια οθόνη,
απαντώντας σε ερωτήσεις
χωρίς άμεση ανθρώπινη
επαφή.
Από την πλευρά των
εργοδοτών, η εικόνα
παρουσιάζεται
διαφορετική. Η
δικηγορική εταιρεία
Mishcon
de
Reya,
για παράδειγμα,
συγκαταλέγεται ανάμεσα
στις επιχειρήσεις που
αξιοποιούν την AI
για να φιλτράρουν ή να
απορρίπτουν αιτήσεις,
έχοντας δεχθεί 5.000
υποψηφιότητες για μόλις
35 θέσεις στον τελευταίο
κύκλο προσλήψεων.
Σύμφωνα με τη διοίκησή
της, η τεχνολογία
συμβάλλει ώστε η
διαδικασία να γίνεται
πιο δίκαιη και λιγότερο
επιρρεπής σε
προκαταλήψεις, ιδίως σε
μια περίοδο που η μαζική
χρήση AI
από τους ίδιους τους
υποψηφίους κάνει
δυσκολότερη τη διάκριση
ανάμεσα στις αιτήσεις.
Παρά τα επιχειρήματα
υπέρ της
αυτοματοποίησης, πολλοί
υποψήφιοι εξακολουθούν
να αντιμετωπίζουν με
δυσπιστία αυτή τη
μετάβαση. Θεωρούν ότι οι
μηχανές δεν μπορούν να
υποκαταστήσουν την
ανθρώπινη κρίση, ούτε να
αποτυπώσουν με ακρίβεια
τα προσωπικά
χαρακτηριστικά, τις
δυνατότητες και την
ιδιαιτερότητα κάθε
υποψηφίου.
Στο ίδιο πνεύμα, ο
Denis
Machuel
της Adecco
υποστηρίζει ότι το
καλύτερο αποτέλεσμα
μπορεί να προκύψει μόνο
μέσα από τη συνεργασία
ανθρώπων και τεχνητής
νοημοσύνης. Κατά την
άποψή του, η AI
μπορεί να λειτουργήσει
υποστηρικτικά στη
διαδικασία, χωρίς όμως
να υποκαταστήσει πλήρως
τον ανθρώπινο παράγοντα,
ο οποίος παραμένει
καθοριστικός τόσο για
τις εταιρείες όσο και
για όσους αναζητούν
εργασία.
|