|
Διψήφια αύξηση κερδών
και υψηλότερο
ROTE
Το επιχειρηματικό σχέδιο
προβλέπει κέρδη ανά
μετοχή άνω των 0,54 ευρώ
το 2028 και περίπου 0,63
ευρώ το 2030, χωρίς να
υπολογίζεται ενδεχόμενη
πρόσθετη ενίσχυση μέσω
επαναγορών μετοχών. Οι
στόχοι αυτοί
αντιστοιχούν σε μέσο
ετήσιο ρυθμό αύξησης των
κερδών ανά μετοχή κατά
12% έως το τέλος της
περιόδου.
Παράλληλα, η απόδοση
ενσώματων ιδίων
κεφαλαίων (ROTE)
αναμένεται να
ακολουθήσει σταθερά
ανοδική πορεία, από
περίπου 12% το 2026 σε
14,5% το 2028 και 16% το
2030.
Η JP
Morgan
εκτιμά ότι οι προβλέψεις
της διοίκησης
ενσωματώνουν καθαρά
κέρδη για το 2028
περίπου 5% υψηλότερα από
τις συγκλίνουσες
εκτιμήσεις της αγοράς. Η
βασική πηγή αυτής της
διαφοράς είναι τα καθαρά
έσοδα από τόκους, τα
οποία αναμένεται να
προσεγγίσουν τα 2,15
δισ. ευρώ το 2028,
υπερβαίνοντας κατά
περίπου 5% τις
αντίστοιχες προβλέψεις
των αναλυτών.
Σημείο αναφοράς για το
επιχειρηματικό σχέδιο
αποτελεί η παραδοχή ότι
το τρίμηνο
Euribor
θα παραμείνει στο 2,5%,
ενώ η οικονομική
ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί
σταδιακά στο 1,6% έως το
2030. Συνεπώς, ένα
ευνοϊκότερο
μακροοικονομικό
περιβάλλον θα μπορούσε
να δημιουργήσει
πρόσθετες δυνατότητες
ενίσχυσης των
αποτελεσμάτων.
Πιστωτική επέκταση 3
δισ. ευρώ ετησίως και
ενίσχυση των προμηθειών
Σημαντική συμβολή στην
ανάπτυξη των εργασιών
αναμένεται να έχει η
πιστωτική επέκταση. Η
Alpha
Bank
στοχεύει σε καθαρή
αύξηση των δανείων κατά
περίπου 3 δισ. ευρώ
ετησίως, με τα
εξυπηρετούμενα δάνεια να
αυξάνονται από
περισσότερα από 46 δισ.
ευρώ το 2026 σε πάνω από
58 δισ. ευρώ το 2030.
Ταυτόχρονα, η διοίκηση
επιδιώκει να ενισχύσει
τις δραστηριότητες που
παράγουν έσοδα με
μικρότερη ανάγκη
δέσμευσης κεφαλαίων. Σε
αυτή την κατεύθυνση
αξιοποιούνται η
στρατηγική συνεργασία με
τη UniCredit
και οι προοπτικές
ανάπτυξης της
διαχείρισης περιουσίας (wealth
management).
Οι καθαρές προμήθειες
προβλέπεται να
αυξάνονται με ετήσιο
ρυθμό 9%, από περίπου
600 εκατ. ευρώ το 2026
σε 850 εκατ. ευρώ το
2030. Η Jefferies
θεωρεί ότι η διεύρυνση
αυτής της πηγής εσόδων
αποτελεί σημαντικό
στοιχείο διαφοροποίησης,
καθώς μειώνει την
εξάρτηση της κερδοφορίας
από την αύξηση των
χορηγήσεων και των
σταθμισμένων στοιχείων
ενεργητικού.
Θετική αναμένεται να
είναι και η συνεισφορά
των δραστηριοτήτων εκτός
Ελλάδας. Σύμφωνα με τις
προβλέψεις, θα
αντιπροσωπεύουν περίπου
το 18% των συνολικών
κερδών του ομίλου το
2030, με την Κύπρο να
αποτελεί τη δεύτερη
σημαντικότερη αγορά του.
Βελτίωση του δείκτη
κόστους προς έσοδα στο
34%
Ένας ακόμη βασικός
πυλώνας του σχεδιασμού
είναι η συγκράτηση των
λειτουργικών δαπανών και
η αξιοποίηση της αύξησης
των εσόδων για τη
βελτίωση της
αποδοτικότητας.
Η Alpha
Bank
προβλέπει ετήσια αύξηση
των εσόδων περίπου 7%,
έναντι αύξησης των
λειτουργικών εξόδων κατά
4%. Η συγκεκριμένη
διαφορά αναμένεται να
οδηγήσει σε υποχώρηση
του δείκτη κόστους προς
έσοδα από περίπου 38% το
2026 σε 34% το 2030.
Παράλληλα, η σταδιακή
βελτίωση της ποιότητας
του δανειακού
χαρτοφυλακίου θα
περιορίσει περαιτέρω τις
επιβαρύνσεις από
επισφάλειες. Το κόστος
πιστωτικού κινδύνου (Cost
of
Risk)
προβλέπεται να
διαμορφωθεί κοντά στις
45 μονάδες βάσης στο
τέλος της περιόδου, ενώ
ο δείκτης μη
εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων (NPE)
αναμένεται να υποχωρήσει
στο 2%.
Κεφαλαιακή παραγωγή 6,9
δισ. ευρώ και διανομές
στους μετόχους
Ιδιαίτερη σημασία
αποδίδουν οι δύο οίκοι
και στη δυνατότητα της
Alpha
Bank
να δημιουργήσει
σημαντικό πλεονάζον
κεφάλαιο τα επόμενα
χρόνια, το οποίο θα
μπορεί να αξιοποιηθεί
για την ανταμοιβή των
μετόχων.
Σύμφωνα με το
επιχειρηματικό σχέδιο, η
συνολική παραγωγή
κεφαλαίων την περίοδο
2027-2030 αναμένεται να
φθάσει τα 6,9 δισ. ευρώ.
Από αυτά, περίπου 2 δισ.
ευρώ προβλέπεται να
κατευθυνθούν σε
μερίσματα σε μετρητά,
ενώ επιπλέον 2 δισ. ευρώ
αντιστοιχούν σε δυνητική
δυνατότητα διανομής ή
άλλης αξιοποίησης
κεφαλαίων.
Η JP
Morgan
επισημαίνει ότι το
ελάχιστο ποσοστό
διανομής κερδών σε
μετρητά θα αυξηθεί
σταδιακά στο 40% το
2028, ενώ οι επαναγορές
μετοχών θα εξετάζονται
ξεχωριστά κάθε χρόνο,
ανάλογα με τις
κεφαλαιακές δυνατότητες
και τις συνθήκες.
Με βάση τις προβλέψεις
της, η αμερικανική
τράπεζα υπολογίζει ότι
το μέρισμα ανά μετοχή θα
μπορούσε να διαμορφωθεί
στα 0,21-0,22 ευρώ το
2028.
Ο δείκτης κεφαλαιακής
επάρκειας CET1
αναμένεται να βρίσκεται
κοντά στο 13% το 2030,
επίπεδο που, σύμφωνα με
τον σχεδιασμό, θα
επιτρέπει στην
Alpha
Bank
να διατηρεί ισχυρή
κεφαλαιακή βάση και
ταυτόχρονα να προχωρά σε
σημαντικές επιστροφές
κεφαλαίου.
Η κοινή συνισταμένη των
αναλύσεων της JP
Morgan
και της Jefferies
είναι ότι η Alpha
Bank
εισέρχεται σε μια
περίοδο κατά την οποία η
αύξηση των εσόδων, η
βελτίωση της
αποδοτικότητας και η
ισχυρή κεφαλαιακή
παραγωγή μπορούν να
συνδυαστούν με
υψηλότερες αποδόσεις για
τους μετόχους.
|