| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 22/10/2026

   

 

Η ενεργειακή κρίση του 2022 ανέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας: το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο εξακολουθεί να επιβαρύνει τη βιομηχανία και να περιορίζει την ανταγωνιστικότητά της έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας. Οι νέες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, από τα τέλη Φεβρουαρίου του 2026, επαναφέρουν το ζήτημα στο προσκήνιο, υπενθυμίζοντας πόσο ευάλωτη παραμένει η Ευρώπη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών των ορυκτών καυσίμων.

Παρά την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ευρωπαϊκή βιομηχανία εξακολουθεί να πληρώνει σημαντικά ακριβότερο ρεύμα από τους ανταγωνιστές της. Η Γερμανία, η μεγαλύτερη βιομηχανική οικονομία της Ευρώπης, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης. Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει το κόστος για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις μέσω επιδοτήσεων, φορολογικών ελαφρύνσεων και παρεμβάσεων στα τέλη δικτύου.

 

Η ανάλυση της BNP Paribas δείχνει ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να βελτιώσουν τη θέση της Γερμανίας έναντι αρκετών ευρωπαϊκών χωρών, δεν αρκούν όμως για να εξαλείψουν το χάσμα με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι επιδοτήσεις μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά η μακροπρόθεσμη λύση απαιτεί φθηνότερη ηλεκτροπαραγωγή, ισχυρότερα δίκτυα και καλύτερο συντονισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών ενεργειακών συστημάτων.

Το ενεργειακό χάσμα με ΗΠΑ και Κίνα παραμένει μεγάλο

Η διαφορά στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας έχει διευρυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας που επικαλείται η BNP Paribas, το 2019 οι τιμές για τις ενεργοβόρες ευρωπαϊκές βιομηχανίες ήταν περίπου 30% υψηλότερες από τη μέση τιμή που πλήρωναν οι βιομηχανίες στις ΗΠΑ.

Το 2025, η διαφορά είχε προσεγγίσει το 100%, έχοντας φτάσει κατά μέσο όρο στο 148% την περίοδο 2022-2023. Σε σχέση με την Κίνα, το ευρωπαϊκό κόστος παραμένει περίπου 50% υψηλότερο.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την ανατροπή που προκάλεσε η διακοπή μεγάλου μέρους των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου από το 2022. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάστηκε να στραφεί περισσότερο στο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), το οποίο είναι ακριβότερο από το αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών και εκθέτει περισσότερο την ήπειρο στις διεθνείς συνθήκες προσφοράς και ζήτησης.

Η αυξημένη εξάρτηση από το LNG ενίσχυσε τον ανταγωνισμό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για την εξασφάλιση προμηθειών, με αποτέλεσμα οι τιμές στις δύο αγορές να κινούνται πλέον πιο κοντά μεταξύ τους.

Αντίθετα, οι ΗΠΑ διαθέτουν άφθονο εγχώριο φυσικό αέριο, με χαμηλότερο κόστος παραγωγής χάρη στην ανάπτυξη της εξόρυξης σχιστολιθικού πετρελαίου και αερίου. Η Κίνα επωφελείται από την ευρεία διαθεσιμότητα εγχώριου άνθρακα, αλλά και από ένα περισσότερο ρυθμιζόμενο πλαίσιο τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Ευρώπη, από την άλλη πλευρά, παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις διεθνείς τιμές καυσίμων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που παραθέτει η BNP Paribas, περίπου το 90% της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου της Ευρώπης καλύπτεται από εισαγωγές.

Γιατί το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή του ρεύματος

Το υψηλό κόστος του φυσικού αερίου μεταφέρεται στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του μηχανισμού οριακής τιμολόγησης, γνωστού ως merit order.

Στην ευρωπαϊκή αγορά, η χονδρική τιμή διαμορφώνεται από το κόστος της ακριβότερης μονάδας ηλεκτροπαραγωγής που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση. Όταν οι μονάδες φυσικού αερίου χρειάζεται να καλύψουν το τελευταίο μέρος της ζήτησης, μπορούν να καθορίσουν την τιμή για το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που διαπραγματεύεται στην αγορά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η BNP Paribas για το 2025, οι μονάδες φυσικού αερίου καθόριζαν τη χονδρική τιμή περίπου στο 40% των περιπτώσεων στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών είναι μεγάλες.

Χώρα

Ποσοστό περιπτώσεων κατά τις οποίες το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή

Ιταλία

73%

Γερμανία

Κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Ισπανία

26%

Γαλλία

17%

Ευρώπη

Περίπου 40%

Οι διαφορές αυτές εξηγούν σε μεγάλο βαθμό γιατί οι βιομηχανίες ορισμένων χωρών είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις αυξήσεις των τιμών του αερίου. Η Ιταλία, η Πολωνία και η Ιρλανδία, όπου τα ορυκτά καύσιμα έχουν σημαντική θέση στο ενεργειακό μείγμα, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πίεση. Αντίθετα, η Γαλλία και η Ισπανία εμφανίζουν μικρότερη άμεση έκθεση, χάρη σε ένα λιγότερο ανθρακικό ενεργειακό μείγμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στις χώρες με χαμηλότερη εξάρτηση από το αέριο είναι ανεξάρτητες από τις διεθνείς διακυμάνσεις. Η επίδραση παραμένει, ιδιαίτερα όταν αυξάνεται η ζήτηση ή περιορίζεται η προσφορά, όπως συμβαίνει σε περιόδους ακραίας ζέστης ή χαμηλής παραγωγής από αιολικά πάρκα.

Η ενεργειακή αναταραχή του 2026 έχει μέχρι στιγμής μικρότερη επίδραση στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας από ό,τι η κρίση του 2022. Ένας λόγος είναι ότι η κορύφωση της ευρωπαϊκής τιμής αναφοράς φυσικού αερίου TTF παραμένει χαμηλότερη από το ιστορικό υψηλό του 2022. Παράλληλα, η πρόοδος στην απανθρακοποίηση του ηλεκτρικού συστήματος έχει περιορίσει, κατά μέσο όρο, τη μεταφορά των αυξήσεων του αερίου στις τιμές του ρεύματος.

Το γερμανικό παράδοξο: Πράσινο ενεργειακό μείγμα, αλλά ακριβό ρεύμα για τη βιομηχανία

Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανία. Παρά την πρόοδο στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τις σχετικά υψηλές τιμές χονδρικής, το συνολικό κόστος για τις πιο ενεργοβόρες επιχειρήσεις παραμένει υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Την περίοδο 2023-2025, η μέση χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία διαμορφώθηκε περίπου στα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ωστόσο, το κόστος για τις επιχειρήσεις δεν εξαρτάται μόνο από τη χονδρική τιμή. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι χρεώσεις χρήσης του δικτύου και η φορολογική επιβάρυνση.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις πλέον ενεργοβόρες γερμανικές βιομηχανίες ήταν κατά 9% υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, εάν δεν συνυπολογιστούν φόροι και τέλη. Όταν προστεθούν όλες οι επιβαρύνσεις, η διαφορά αυξάνεται στο 21%.

Η καθυστέρηση στην αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων επιδεινώνει το πρόβλημα. Η ανεπαρκής μεταφορική ικανότητα δυσχεραίνει τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας από τις περιοχές παραγωγής στον βορρά προς τα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης στον νότο.

Ενδεικτικά, μέχρι το 2025 είχε ολοκληρωθεί μόλις το 22,6% των γραμμών υψηλής τάσης που είχαν προγραμματιστεί για εκείνο το έτος. Ως αποτέλεσμα, το κόστος πρόσβασης στις υπηρεσίες του δικτύου αυξήθηκε από περίπου 1 δισ. ευρώ το 2014 σε 5,2 δισ. ευρώ το 2024, δηλαδή πενταπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαετία.

Η επιβάρυνση αυτή έχει πλήξει ιδιαίτερα τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, συμβάλλοντας στην υποχώρηση της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια.

Τα μέτρα της κυβέρνησης Μερτς για τη μείωση του κόστους

Η γερμανική κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει το ενεργειακό βάρος για τις επιχειρήσεις μέσω ενός συνδυασμού στοχευμένων ενισχύσεων και παρεμβάσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.

Κεντρικό εργαλείο αποτελεί το πρόγραμμα Industriestrompreis, το οποίο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την περίοδο 2026-2028. Το πρόγραμμα επιτρέπει την παροχή προσωρινής στήριξης σε ενεργοβόρες επιχειρήσεις, με στόχο τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, προβλέπει δεσμεύσεις για επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση.

Το πρόγραμμα βασίζεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για τη βιομηχανία, γνωστό ως Clean Industrial Deal State Aid Framework (CISAF), το οποίο τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνιο του 2025 και προβλέπεται να ισχύει έως το τέλος του 2030.

Συμπληρωματικά, η Γερμανία έχει προχωρήσει σε μια σειρά παρεμβάσεων:

Μείωσε τον φόρο ηλεκτρικής ενέργειας για τη μεταποίηση στο ελάχιστο επίπεδο που επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Κατήργησε την επιβάρυνση που συνδεόταν με την αποθήκευση φυσικού αερίου.

Ενίσχυσε τη χρηματοδότηση των χρεώσεων δικτύου, με στόχο να περιορίσει περίπου στο μισό το σχετικό κόστος.

Διατήρησε υφιστάμενους μηχανισμούς αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους άνθρακα για συγκεκριμένες ενεργοβόρες επιχειρήσεις.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο έκτακτων ενισχύσεων METSAF, που υιοθετήθηκε τον Απρίλιο του 2026, επέτρεψε επίσης την αύξηση του ποσοστού κάλυψης των πρόσθετων ενεργειακών επιβαρύνσεων από το 50% στο 70% για τις επιλέξιμες περιπτώσεις, προσφέροντας μεγαλύτερη προστασία στους κλάδους που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι.

Πόσο μπορούν να μειωθούν οι τιμές στη Γερμανία

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της BNP Paribas, οι γερμανικές παρεμβάσεις μπορούν να μειώσουν περίπου κατά ένα τέταρτο το τελικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τις επιλέξιμες ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Για επιχειρήσεις με ετήσια κατανάλωση από 70 έως 150 γιγαβατώρες, η τιμή θα μπορούσε να υποχωρήσει στα 116 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με βάση υπολογισμούς που χρησιμοποιούν τιμές του 2024. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στα 123 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Δείκτης

Εκτίμηση

Τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας μετά τα μέτρα στη Γερμανία

116 €/MWh

Ευρωπαϊκός μέσος όρος

123 €/MWh

Εκτιμώμενη μείωση του κόστους στη Γερμανία

Περίπου 25%

Εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος των νέων μέτρων το 2026

14,3 δισ. ευρώ

Κόστος ως ποσοστό του γερμανικού ΑΕΠ

0,3%

Η στήριξη αναμένεται να βελτιώσει τη θέση της Γερμανίας έναντι χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου το ενεργειακό κόστος είναι ήδη υψηλό. Δεν αναμένεται, ωστόσο, να εξαλείψει το ανταγωνιστικό μειονέκτημα έναντι της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ενώ η απόσταση από τις ΗΠΑ και την Κίνα θα παραμείνει ακόμη μεγαλύτερη.

Με άλλα λόγια, οι επιδοτήσεις μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες εντός της ευρωπαϊκής αγοράς, αλλά δεν αρκούν για να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το δημοσιονομικό κόστος και τα όρια των επιδοτήσεων

Η κρατική στήριξη έχει σαφή όρια. Οι επιδοτήσεις μεταφέρουν μέρος του ενεργειακού κόστους από τις επιχειρήσεις στον κρατικό προϋπολογισμό ή σε άλλους καταναλωτές, ενώ δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένες δαπάνες για την άμυνα, τις κοινωνικές παροχές και την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

Στη Γερμανία, το κόστος των νέων μέτρων ενεργειακής στήριξης εκτιμάται σε 14,3 δισ. ευρώ για το 2026, ποσό που αντιστοιχεί στο 0,3% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, η άμεση κατάργηση ή δραστική μείωση της τιμολόγησης των εκπομπών άνθρακα δεν θεωρείται εύκολη λύση. Το κόστος άνθρακα αντιστοιχούσε στο 14% της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία το πρώτο εξάμηνο του 2025, έναντι 11% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Ωστόσο, για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις που εκτίθενται στο συγκεκριμένο κόστος υπάρχει ήδη μηχανισμός αντιστάθμισης.

Η πολιτική τιμολόγησης του άνθρακα αποτελεί βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη μείωση των εκπομπών. Η αποδυνάμωσή της θα μπορούσε να υπονομεύσει την ενεργειακή μετάβαση, χωρίς να εγγυάται ότι το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας θα υποχωρούσε διατηρήσιμα.

Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM), που εισάγεται σταδιακά, αποσκοπεί επίσης στον περιορισμό των ανταγωνιστικών στρεβλώσεων μεταξύ ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και παραγωγών από χώρες με χαμηλότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

Η ενεργειακή μετάβαση αυξάνει το κόστος σήμερα, αλλά μπορεί να το μειώσει αύριο

Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τα εισαγόμενα καύσιμα. Δεν εξασφαλίζει, όμως, από μόνη της χαμηλές και σταθερές τιμές.

Η αυξημένη συμμετοχή της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε δίκτυα μεταφοράς, συστήματα αποθήκευσης και μονάδες που μπορούν να καλύπτουν τη ζήτηση όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές είναι χαμηλή.

Στη Γερμανία, το κόστος της ενεργειακής μετάβασης έως το 2030-2035 εκτιμάται σε 122 δισ. ευρώ από την κυβέρνηση και σε έως 200 δισ. ευρώ από τη γερμανική ένωση βιομηχανικών και εμπορικών επιμελητηρίων DIHK. Τα ποσά αντιστοιχούν περίπου στο 2,8% και 4,6% του ΑΕΠ, αντίστοιχα.

Εάν οι κυβερνήσεις καλύψουν περίπου το 17% των σχετικών επενδύσεων, όπως υποθέτει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η ετήσια δημοσιονομική επιβάρυνση θα μπορούσε να φτάσει το 0,5%-0,8% του ΑΕΠ έως το 2030.

Η Γερμανία έχει ήδη αποκτήσει σημαντική θέση στην ανάπτυξη της ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής και των συστημάτων αποθήκευσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της BNP Paribas, παράγει το 20% της ευρωπαϊκής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολική και ηλιακή ενέργεια και αντιπροσωπεύει το 30% της εγκατεστημένης δυναμικότητας αποθήκευσης με συστήματα μπαταριών.

Παρά την πρόοδο αυτή, η εξάρτηση από το φυσικό αέριο δεν έχει μειωθεί όσο θα απαιτούνταν. Η σταδιακή απόσυρση μονάδων άνθρακα και η έξοδος από την πυρηνική ενέργεια έχουν δημιουργήσει πρόσθετες ανάγκες ευέλικτης παραγωγής. Για τον λόγο αυτό, σχεδιάζονται νέες επενδύσεις σε μονάδες φυσικού αερίου, με δημόσια στήριξη, ώστε να διασφαλίζεται η σταθερότητα του συστήματος.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς η αύξηση της πράσινης παραγωγής, αλλά η δημιουργία ενός ενεργειακού συστήματος που θα μπορεί να παρέχει επαρκή και οικονομικά προσιτή ηλεκτρική ενέργεια ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες και τις διεθνείς αναταράξεις.

Τέσσερις προτεραιότητες για την ευρωπαϊκή βιομηχανία

Η BNP Paribas εντοπίζει τέσσερις βασικούς άξονες πολιτικής που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, πέρα από τις προσωρινές επιδοτήσεις.

1. Μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων. Οι ενεργειακές κρίσεις εξελίσσονται γρήγορα και μπορούν να προκαλέσουν μη αναστρέψιμες συνέπειες για την παραγωγή και την απασχόληση. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας και να επιτρέπουν στοχευμένες παρεμβάσεις όταν το κόστος απειλεί τη βιωσιμότητα κρίσιμων βιομηχανικών κλάδων.

2. Επιτάχυνση της απανθρακοποίησης του ηλεκτρικού συστήματος. Η αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, σε συνδυασμό με επαρκή αποθήκευση και ευέλικτη ηλεκτροπαραγωγή, αποτελεί τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη οδό για τον περιορισμό της εξάρτησης από τις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου.

3. Αποτελεσματικότερη χρήση των ηλεκτρικών δικτύων. Τα έξυπνα δίκτυα μπορούν να βελτιώσουν τη διαχείριση της ζήτησης, να περιορίσουν τις απώλειες και να αξιοποιήσουν καλύτερα την παραγωγική δυναμικότητα. Η BNP Paribas συνδέει αυτή την προτεραιότητα με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων.

4. Καλύτερος συντονισμός μεταξύ των κρατών-μελών. Η ενίσχυση των διασυνδέσεων και η αποτελεσματικότερη λειτουργία των διασυνοριακών δικτύων μπορούν να αξιοποιήσουν τις συμπληρωματικότητες των εθνικών ενεργειακών συστημάτων. Με αυτόν τον τρόπο, η πλεονάζουσα παραγωγή μιας χώρας μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες μιας άλλης, μειώνοντας τις ελλείψεις και την ανάγκη προσφυγής σε ακριβότερες μονάδες.

Το συμπέρασμα: Οι επιδοτήσεις κερδίζουν χρόνο, όχι τον ανταγωνισμό

Η γερμανική εμπειρία αναδεικνύει το δίλημμα που αντιμετωπίζει συνολικά η Ευρώπη. Οι κυβερνήσεις καλούνται να προστατεύσουν τη βιομηχανία από τις απότομες αυξήσεις του ενεργειακού κόστους, χωρίς να εγκαταλείψουν την ενεργειακή μετάβαση και χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τα δημόσια οικονομικά.

Τα μέτρα στήριξης μπορούν να περιορίσουν τις άμεσες πιέσεις και να αποτρέψουν την απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας. Δεν μπορούν, όμως, να καλύψουν μόνιμα το χάσμα με οικονομίες που διαθέτουν φθηνότερες εγχώριες ενεργειακές πηγές.

Η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται στην επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση, δίκτυα και διασυνδέσεις, μαζί με ένα πιο ευέλικτο ευρωπαϊκό πλαίσιο που θα προστατεύει τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις χωρίς να ακυρώνει τους στόχους της απανθρακοποίησης.

Για την Ευρώπη, το στοίχημα δεν είναι μόνο να μειώσει προσωρινά τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Είναι να δημιουργήσει ένα ενεργειακό σύστημα που θα προσφέρει σταθερά χαμηλότερο κόστος, περιορίζοντας την έκθεση σε γεωπολιτικές κρίσεις και ενισχύοντας τη δυνατότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας να ανταγωνίζεται ισότιμα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πηγή: BNP Paribas

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum