|
Η εξέλιξη αυτή
αναδεικνύει το βασικό
πρόβλημα που αρχίζει να
απασχολεί τις αγορές: οι
τεχνολογικοί κολοσσοί
επενδύουν τεράστια
κεφάλαια στην ανάπτυξη
υποδομών τεχνητής
νοημοσύνης, αλλά η
απόδοση αυτών των
επενδύσεων και η
δυνατότητα
χρηματοδότησής τους
χωρίς σημαντική
επιβάρυνση των
ισολογισμών τους
αποτελούν πλέον κρίσιμα
ζητήματα.
Οι αναλυτές της
Bank
of
America
εκτιμούν ότι οι
υπεύθυνοι χάραξης
οικονομικής πολιτικής
δεν θα επιτρέψουν μια
ανεξέλεγκτη άνοδο των
αποδόσεων των ομολόγων.
Σε ένα τέτοιο
ενδεχόμενο, η απειλή
εφαρμογής πολιτικών
ελέγχου της καμπύλης
αποδόσεων (Yield
Curve
Control)
ή νέων προγραμμάτων
ποσοτικής χαλάρωσης (QE)
θα μπορούσε να
λειτουργήσει ως ανάχωμα.
Ωστόσο, το βασικό
συμπέρασμα είναι ότι
τόσο τα περιουσιακά
στοιχεία υψηλού κινδύνου
όσο και οι μετοχές της
τεχνητής νοημοσύνης
χρειάζονται χαμηλότερες
αποδόσεις ομολόγων για
να μπορέσουν να
επιστρέψουν σε μια
ισχυρή ανοδική πορεία.
Η Bank
of
America
θεωρεί ότι η διέξοδος θα
μπορούσε να εμφανιστεί
κατά το πρώτο εξάμηνο
του 2027, εφόσον υπάρξει
γεωπολιτική
αποκλιμάκωση, σημαντική
πτώση των τιμών του
πετρελαίου και
ολοκλήρωση του κύκλου
αυξήσεων επιτοκίων.
Πίεση στην τεχνολογία,
αλλά όχι ακόμη
συστημικός κίνδυνος
Οι αναλυτές
χαρακτηρίζουν την
τρέχουσα επιβράδυνση των
τεχνολογικών μετοχών ως
μια κλασική περίοδο
επώδυνης νομισματικής
σύσφιξης, η οποία όμως
δεν αποτελεί από μόνη
της θανάσιμο πλήγμα για
την αγορά, εκτός εάν
συνοδευτεί από
σημαντικές απώλειες
θέσεων εργασίας ή κάποιο
σοβαρό πιστωτικό
γεγονός.
Ως ενδείξεις της
αυστηροποίησης των
χρηματοπιστωτικών
συνθηκών αναφέρουν τις
42 αυξήσεις επιτοκίων
από κεντρικές τράπεζες
παγκοσμίως μέσα σε έξι
μήνες, την ενίσχυση του
δολαρίου και την άνοδο
των αποδόσεων των
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων κατά τους
τελευταίους τέσσερις
μήνες.
Η πίεση είναι ήδη ορατή
στους χρηματιστηριακούς
δείκτες. Ο Nasdaq
100 δυσκολεύεται να
ξεπεράσει τις 30.000
μονάδες, ενώ ο δείκτης
των ημιαγωγών έχει
υποχωρήσει κατά περίπου
20%.
Σύμφωνα με την
Bank
of
America,
η επόμενη μεγάλη κίνηση
ανάληψης επενδυτικού
κινδύνου (risk-on)
θα εξαρτηθεί από τον
συνδυασμό δύο βασικών
παραγόντων: τον
τερματισμό των αυξήσεων
επιτοκίων και μια
σημαντική υποχώρηση των
τιμών του πετρελαίου
κατά το πρώτο εξάμηνο
του 2027.
Μέχρι τότε, οι αναλυτές
θεωρούν κρίσιμη τη
διατήρηση δύο
συγκεκριμένων επιπέδων,
προκειμένου να
διαμορφωθούν οι
προϋποθέσεις για ένα νέο
χρηματιστηριακό ράλι
προς το τέλος του έτους.
Πρόκειται για τα 70
δολάρια για το
ETF
Roundhill
Magnificent
Seven
(MAGS),
το οποίο παρακολουθεί
τις επτά μεγαλύτερες
τεχνολογικές εταιρείες
της αμερικανικής αγοράς,
και τα 520 δολάρια για
το VanEck
Semiconductor
ETF
(SMH),
που επικεντρώνεται στον
κλάδο των ημιαγωγών.
Ευκαιρίες στα εταιρικά
ομόλογα των τεχνολογικών
κολοσσών
Ενδιαφέρον παρουσιάζει
και η προσέγγιση της
Bank
of
America
στην αγορά εταιρικών
ομολόγων. Οι αναλυτές
προτείνουν στους
επενδυτές να αναζητήσουν
ελκυστικές ευκαιρίες σε
επιλεγμένα ομόλογα
τεχνολογικών εταιρειών,
τα οποία θεωρούν ότι
έχουν αδικηθεί από την
πρόσφατη διόρθωση.
Τα αμερικανικά εταιρικά
ομόλογα του τεχνολογικού
κλάδου έχουν υποχωρήσει
περίπου 9% από την αρχή
του έτους, ενώ η σχετική
απόδοσή τους έναντι των
εταιρικών ομολόγων
επενδυτικής βαθμίδας (Investment
Grade)
βρίσκεται στο χαμηλότερο
επίπεδο των τελευταίων
30 ετών.
Παράλληλα, η έκδοση νέου
χρέους από τους
hyperscalers
έχει αυξηθεί
εντυπωσιακά, φτάνοντας
τα 182 δισ. δολάρια το
2026, έναντι μόλις 17
δισ. δολαρίων το 2024. Η
Bank
of
America
επισημαίνει ότι οι
αποδόσεις των ομολόγων
των εταιρειών της ομάδας
Magnificent
Seven,
οι οποίες κινούνται
μεταξύ 6% και 8%,
αρχίζουν να προσφέρουν
ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες
επενδυτικές ευκαιρίες.
Ιδιαίτερη αναφορά
γίνεται και στην έκδοση
νέων μετοχών από τη
Meta,
η οποία, σύμφωνα με τους
αναλυτές, αποτελεί
ένδειξη ότι οι μεγάλες
τεχνολογικές εταιρείες
αρχίζουν να
αντιμετωπίζουν με
μεγαλύτερο σεβασμό τους
επενδυτές της αγοράς
ομολόγων.
Ενδεικτικό της αλλαγής
στρατηγικής είναι ότι οι
εκδόσεις μετοχών από
τους hyperscalers
έχουν φτάσει τα 89 δισ.
δολάρια μέσα στο 2026.
Κατά την εκτίμηση της
Bank
of
America,
η εποχή των μεγάλων
προγραμμάτων επαναγοράς
ιδίων μετοχών (buybacks)
ενδέχεται να υποχωρεί,
καθώς οι εταιρείες
χρειάζονται πλέον
περισσότερα κεφάλαια για
τη χρηματοδότηση των
επενδύσεών τους.
«Οτιδήποτε εκτός από
ομόλογα» προτιμούν οι
επενδυτές
Σε ευρύτερο επίπεδο, η
Bank
of
America
εκτιμά ότι οι
διαχειριστές κεφαλαίων
θα συνεχίσουν να
προτιμούν επενδύσεις
εκτός ομολόγων, μια τάση
που περιγράφεται ως «Anything
But
Bonds».
Η συγκεκριμένη στάση
συνδέεται με την άνοδο
του λαϊκισμού, τα
αυξημένα δημοσιονομικά
ελλείμματα και την
ανάπτυξη σε ονομαστικούς
όρους, παράγοντες που
ευνοούν τη διατήρηση
ενδιαφέροντος για άλλες
κατηγορίες περιουσιακών
στοιχείων.
Οι μεγάλες επενδυτικές
τάσεις της δεκαετίας του
2020 έχουν άλλωστε
αποδώσει πολύ
διαφορετικά
αποτελέσματα. Από την
αρχή της δεκαετίας, ο
Nasdaq
καταγράφει μέση ετήσια
απόδοση περίπου 17% και
ο χρυσός 15%, ενώ τα
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα 10ετούς
διάρκειας εμφανίζουν
αρνητική ετήσια απόδοση
4% και οι κινεζικές
μετοχές αρνητική απόδοση
5%.
Η Bank
of
America
διατηρεί επίσης αρνητική
στάση απέναντι στο
πετρέλαιο για το πρώτο
εξάμηνο του 2027,
εκτιμώντας ότι μια
πιθανή γεωπολιτική
συμφωνία και η
αποκατάσταση της
ομαλότητας στην προσφορά
θα μπορούσαν να
οδηγήσουν σε σημαντική
πτώση των τιμών.
Ωστόσο, οι αναλυτές
επισημαίνουν έναν
πρόσθετο κίνδυνο: εάν η
υποχώρηση του πετρελαίου
δεν συνοδευτεί από
ενίσχυση του ευρώ και
του ιαπωνικού γεν, αυτό
θα μπορούσε να αποτελεί
ένδειξη ότι η
αποπληθωριστική πίεση
στην Κίνα έχει εξελιχθεί
σε ένα ευρύτερο αρνητικό
παράγοντα για την
παγκόσμια οικονομία.
Οι ενδιάμεσες εκλογές
στις ΗΠΑ και οι
επενδυτικές ροές
Στην πολιτική διάσταση,
οι αναλυτές εκτιμούν ότι
οι αγορές έχουν ήδη
αρχίσει να προεξοφλούν
το ενδεχόμενο
επικράτησης των
Δημοκρατικών στις
ενδιάμεσες εκλογές των
ΗΠΑ. Ωστόσο, δεν
φαίνεται να έχουν
ενσωματώσει πλήρως το
ενδεχόμενο ενός
ευρύτερου εκλογικού
κύματος υπέρ των
Δημοκρατικών, το οποίο
θα μπορούσε να
προκαλέσει νέα άνοδο
στις αποδόσεις των
ομολόγων.
Το βασικό μήνυμα των
ψηφοφόρων αφορά πλέον
την προσιτότητα του
κόστους ζωής (affordability).
Σύμφωνα με την
Bank
of
America,
μια τέτοια πολιτική
κατεύθυνση θα μπορούσε
να αποδειχθεί αρνητική
για τα μεγάλα
τεχνολογικά μονοπώλια,
τις τράπεζες και τις
ενεργειακές εταιρείες το
2027, ενώ αντίθετα θα
μπορούσε να ευνοήσει τις
επιχειρήσεις
καταναλωτικών αγαθών και
υπηρεσιών προαιρετικής
δαπάνης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζουν και οι
τελευταίες επενδυτικές
ροές. Την εβδομάδα έως
τις 28 Οκτωβρίου, τα
μετοχικά αμοιβαία
κεφάλαια προσέλκυσαν
εισροές 56,2 δισ.
δολαρίων, τα ομολογιακά
κεφάλαια 15,4 δισ.
δολαρίων και τα αμοιβαία
κεφάλαια χρηματαγοράς
3,4 δισ. δολαρίων.
Αντίθετα, ο χρυσός
κατέγραψε τις πρώτες
εκροές από τον Ιούλιο,
ύψους 1,7 δισ. δολαρίων,
ενώ τα επενδυτικά
κεφάλαια
κρυπτονομισμάτων έχασαν
περίπου 500 εκατ.
δολάρια.
Σε επίπεδο γεωγραφικών
αγορών, οι κινεζικές
μετοχές προσέλκυσαν 25,7
δισ. δολάρια, τις
μεγαλύτερες εισροές από
τον Απρίλιο του 2025, με
σημαντική συμβολή από
τις αγορές της λεγόμενης
«εθνικής ομάδας»
επενδυτών, δηλαδή
κρατικών και κρατικά
υποστηριζόμενων
κεφαλαίων.
Η Ιαπωνία προσέλκυσε 6,8
δισ. δολάρια, τις
μεγαλύτερες εισροές από
τον Μάιο του 2013, ενώ η
Ευρώπη κατέγραψε εκροές
2,3 δισ. δολαρίων, τις
υψηλότερες από τον
Ιούλιο.
Τα επενδυτικά κεφάλαια
τεχνολογίας συνέχισαν να
προσελκύουν χρήματα για
πέμπτη συνεχόμενη
εβδομάδα, με εισροές 5,3
δισ. δολαρίων. Αντίθετα,
ο κλάδος των πρώτων υλών
κατέγραψε τις
μεγαλύτερες εκροές από
τον Ιούλιο, ύψους 1,2
δισ. δολαρίων.
Τα αμερικανικά μετοχικά
κεφάλαια προσέλκυσαν
14,9 δισ. δολάρια για
τέταρτη συνεχόμενη
εβδομάδα, ενώ τα
μετοχικά κεφάλαια
αναδυόμενων αγορών
κατέγραψαν εισροές 30,6
δισ. δολαρίων, επίσης
για πέμπτη συνεχόμενη
εβδομάδα. Η Ιαπωνία
συνέχισε για τρίτη
εβδομάδα να προσελκύει
κεφάλαια, ενώ η Ευρώπη
κατέγραψε τρίτη
διαδοχική εβδομάδα
εκροών.
Στην αγορά ομολόγων, τα
κεφάλαια επενδυτικής
βαθμίδας κατέγραψαν
εισροές 5 δισ. δολαρίων
για έκτη συνεχόμενη
εβδομάδα, ενώ τα ομόλογα
αναδυόμενων αγορών
προσέλκυσαν 4 δισ.
δολάρια για 13η
διαδοχική εβδομάδα.
Τα αμερικανικά κρατικά
ομόλογα προσέλκυσαν 1,2
δισ. δολάρια για 18η
συνεχόμενη εβδομάδα, ενώ
τα ομόλογα προστασίας
από τον πληθωρισμό (TIPS)
κατέγραψαν εισροές 1,1
δισ. δολαρίων για 39η
συνεχόμενη εβδομάδα, τις
μεγαλύτερες από τον
Ιούνιο. Τα ομόλογα
υψηλής απόδοσης (High
Yield)
εμφάνισαν επίσης εισροές
1,8 δισ. δολαρίων, για
πρώτη φορά έπειτα από
πέντε εβδομάδες.
Τέλος, ο δείκτης
Bull
& Bear
της Bank
of
America
υποχώρησε στο 7,1 από
7,2, αντανακλώντας την
εξασθένηση της
συμμετοχής των μετοχών
στην άνοδο και τη
διεύρυνση των πιστωτικών
περιθωρίων στα ομόλογα
υψηλής απόδοσης και στο
χρέος μειωμένης
εξασφάλισης των
τραπεζών.
Η συνολική εικόνα που
περιγράφει η Bank
of
America
είναι μιας αγοράς που
εξακολουθεί να διαθέτει
σημαντική ρευστότητα και
επενδυτικό ενδιαφέρον,
αλλά ταυτόχρονα γίνεται
περισσότερο επιλεκτική.
Η τεχνητή νοημοσύνη
παραμένει μια από τις
ισχυρότερες επενδυτικές
τάσεις, όμως το τεράστιο
κόστος των υποδομών, η
αύξηση του δανεισμού και
οι υψηλές αποδόσεις των
ομολόγων δημιουργούν
νέες προκλήσεις. Το 2027
ενδέχεται να αποτελέσει
το επόμενο μεγάλο σημείο
καμπής, εφόσον η
αποκλιμάκωση των
γεωπολιτικών εντάσεων
και του ενεργειακού
κόστους επιτρέψει στις
κεντρικές τράπεζες να
ολοκληρώσουν τον κύκλο
αυξήσεων επιτοκίων.
Πηγή: Bank of America
|